Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Α.Π.Τ.Π*


Το έργο του Rene Magritte

Ζορίστηκε 
να συνηθίσει τους κανόνες
Όφειλε να ακολουθήσει 
το πρωτόκολλο
Τίποτε δεν ήταν δικό του
Όλα έπρεπε να επιστρέψουν
εκεί που ανήκαν
Αφόρητος πόνος
Να τα φροντίζει μήνες
Να τα λατρεύει
Να αγωνιά
Κι όταν αποθεραπευτούν
Να είναι αμείλικτος
Να ακούει ασυγκίνητος
το φουρφούρισμα
και το τίναγμα των φτερών
Να αντέχει τις επιστροφές
το ικετευτικό βλέμμα
την ανασφάλειά τους
και να τα ωθεί μακριά
και με βία κάποτε
Στο τέλος αρρώστησε
Τα δικά του φτερά
δεν θεραπεύτηκαν ποτέ
Κι έμεινε παρατηρητής πουλιών
που κουβαλούσε όλη τη θλίψη
των αποχωρισμών τους

[*Άνθρωπος Περίθαλψης Τραυματισμένων Πτηνών]

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Αργώ, Αβέρωφ, Ιωλκός, Ηλύσια



Θολό το βλέμμα 
πίσω από την κουρτίνα 
του καπνού που ανεβαίνει
Θολό το τζάμι του τραίνου
που πίσω του με κοίταζες
με μάτια υγρά
όμοια με την υγρασία
του Θερμαϊκού
που σκέβρωσε τα κορμιά μας
τόσα χρόνια
Κορμιά
που κάποτε έσμιξαν
σε ξενοδοχεία
με ονόματα παλιά
όπως το νερό που πότισε
τους τοίχους τους
Που φιλοξένησαν
στην ενδοχώρα
πόθους και φόβους
μιας ζωής
της ζωής μας
που μόλις άρχιζε

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Θεσσαλονίκη



Παλιά φτηνά ξενοδοχεία
κρεβάτια που έτριζαν
πηχτή υγρασία
Τι προϊδεασμός... 

Μετά

μες στην ομίχλη χάθηκες
μ' ένα θλιμμένο τραίνο
κι έτριξε πίσω τ' όνειρο
σαν στεναγμός
και έσβησε

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Μείναμε μόνοι



Μείναμε μόνοι, πατέρα
Σκισμένες σημαίες
σε παλιά βενζινάδικα 
είμαστε 
Ξεχασμένες πινακίδες οδών
που δεν σηματοδοτούν πια
τίποτα
Και δεν είναι που δεν θέλουμε
να πιστέψουμε
που δεν ψάξαμε έναν ώμο
να ακουμπήσουμε
Μα και οι φίλοι
μ' ένα φορτίο θάνατο
μας συναντούν
Μ' ένα φορτίο θάνατο
πατέρα

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Επιστρέφω



Επιστρέφω
συνήθως με το παιδικό μου ποδήλατο
άλλοτε κρατώντας απ' το χέρι τον πατέρα
τις μέρες που φυσά 
κι αναδιπλώνεται η κουρτίνα
και χορεύει
τις ώρες που ο δεσμοφύλακας
γυρίζει το κλειδί
και το φως σβήνει
Επιστρέφω
νύχτες χωρίς φεγγάρι
κι όταν στα ντουλάπια μου
δεν ξέμεινε
ούτε μια
μυρωδιά άνοιξης
ούτε μια ελπίδα καλοκαιριού
Επιστρέφω
και παίρνω απ' την αρχή
το αλφαβητάρι
της χαράς
να μάθω
τη συγχώρηση
τον ενθουσιασμό
το πέταγμα
και συλλαβίζω
με δάκρυα
όλα αυτά που μου λείπουν


Αλέξανδρος Βαναργιώτης



Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

πηγάδι

Φωτογραφία: Όταν κοιτώ του φεγγαριού την τρύπα
τα βράδια στο απόλυτο σκοτάδι
νομίζω ότι είμαι σε πηγάδι
σε μια σπηλιά που φως ποτέ δεν βρήκα

 
-Όλα χαμένα μες στου ψέματος το υφάδι-

Και λέω, Θέ μου δώσ' μου τα φτερά μου
πού 'χα πριν του φιδιού την τρίπλα
να 'ρθω να 'μαι σε Σένα δίπλα
κουράστηκε να σέρνεται η καρδιά μου

-Χωρίς αγάπη, ζεστασιά και χάδι-

Αλέξανδρος Βαναργιώτης








Η φωτογραφία είναι της κόρης μου Ελένης

Όταν κοιτώ του φεγγαριού την τρύπα
τα βράδια στο απόλυτο σκοτάδι
νομίζω ότι είμαι σε πηγάδι
σε μια σπηλιά που φως ποτέ δεν βρήκα

-Όλα χαμένα μες στου ψέματος το υφάδι-

Και λέω, Θέ μου δώσ' μου τα φτερά μου
πού 'χα πριν του φιδιού την τρίπλα
να 'ρθω να 'μαι σε Σένα δίπλα
κουράστηκε να σέρνεται η καρδιά μου

-Χωρίς αγάπη, ζεστασιά και χάδι-

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Η ποινή της αγάπης(τραγούδι)










Αν η αγάπη ήταν ποινή
θά 'θελα νά τρωγα ισόβια
σ' ένα ανήλιαγο φιλί
της αγκαλιάς μια φυλακή
που ελλοχεύουν των χαδιών
τα επεισόδια

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Ο ήλιος στο σεντόνι

Φωτογραφία: Ο ήλιος στο σεντόνι

Χτυπούσε ο ήλιος τα δέντρα
Φέγγιζε το σεντόνι στην απλώστρα
Καθόμουν στο σκαλοπάτι της κουζίνας
Μεθώντας στων ήσκιων την παράσταση
Βουβό το σινεμά
Μόνη υπόκρουση
Μια φθινοπωρινή σονάτα 
Του ανέμου

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Το ποίημα αυτό μου το γέννησε η φωτογραφία που ανάρτησε η φίλη Μαριάννα Παπουτσοπούλου στις 9 Σεπτεμβρίου. Είναι του Αμερικανού ζωγράφου - Charles Courtney Curran..

Χτυπούσε ο ήλιος τα δέντρα
Φέγγιζε το σεντόνι στην απλώστρα
Καθόμουν στο σκαλοπάτι της κουζίνας
Μεθώντας στων ήσκιων την παράσταση
Βουβό το σινεμά
Μόνη υπόκρουση
Μια φθινοπωρινή σονάτα
Του ανέμου

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Το ποίημα αυτό μου το γέννησε η φωτογραφία που ανάρτησε η φίλη Μαριάννα Παπουτσοπούλου στις 9 Σεπτεμβρίου. Είναι του Αμερικανού ζωγράφου - Charles Courtney Curran..

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Για τους νεκρούς σαν τι να πω;


Για τους νεκρούς
σαν τι να πω;
Μιλούνε τώρα αυτοί
για μένα
Χωμένος μες στην τρύπα μου
εδώ
ενώ εκείνοι στο αύριο
λάμνοντας στης αθώωσης
το αίμα

Για τους νεκρούς
σαν τι να πω;
Στα μάτια με κοιτούν
τα βλέφαρά τους
Μου δείχνουν τις πληγές
και με ρωτούν
αν ένιωσα την άγρια
χαρά τους

Κι εγώ
που της θυσίας τη χαρά
δε γεύτηκα ποτέ
δακρύζω
-Των μαλθακών η μοίρα
κι η αρά-
"Ποιοι είστε σεις;" μετά ρωτώ
"Δεν σας γνωρίζω"

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Ερωτικό (τραγούδι)



Ανεμοδείκτης τα μαλλιά σου όταν φυσούσε
Τα δυο σου μάτια αστρολάβος στο σκοτάδι
Από τα χείλη σου η αγάπη ξεδιψούσε
Μες στην ψυχή μου δρόμους άνοιγε το χάδι

Τώρα στα χείλη μου η αρμύρα ξενυχτάει
Και το μυαλό μου το κατοίκησε η τρέλα
Σκυλί η ψυχή μου κάθε βράδυ αλυχτάει
Και στο κορμί μου ο πόνος κόλλησε σαν βδέλλα

Λένε τροχός είναι η ζωή κι όλο γυρίζει
Μα εγώ το ξέρω ό,τι τελειώνει δεν αρχίζει
Και στου καιρού την τράπεζα πληρώνεις τόκο
Από το τελευταίο λάθος ως το πρώτο

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Εν μέσω σκιάς



Με ξύπνησε ο ήχος της βροχής
θρηνητικός κι απελπισμένος
Το ψυχρό ρίπισμα ενός ανέμου υγρού και κρύου
Φθινόπωρο είπα
Κοίταξα μα δεν υπήρχαν φύλλα στο χώμα
Δεν υπήρχε χώμα
Μπροστά μου περνούσαν οχήματα και λεωφόροι
-Πατέρα, φώναξα, πατέρα
Δεν άκουσα την καθησυχαστική φωνή του
Στ' αυτιά μου έφτασαν βουητά και λέξεις ασυνάρτητες
όπως όταν απομακρύνεσαι σιγά σιγά από γιορτή
χωρίς όμως να ξέρεις για πού
αφού παντού η μοναξιά είναι ίδια
Με επισκέφτηκε πάλι το σκοτεινό τ' αγκάλιασμα του χρόνου
Με έσφιγγε
όπως τους φυλακισμένους
οι παγωμένοι τοίχοι της φυλακής
που διαρκώς στενεύουν, στενεύουν
μέχρι που γίνονται δέρμα τους,
ενώ εκείνοι πασχίζουν
να χαράξουν
λευκές γραμμές διαφυγής
τις μέρες τους
-Πατέρα, φώναξα, πατέρα
Εν μέσω σκιάς θανάτου, πατέρα
Μου απάντησε πάλι ο βοριάς
Τα δέντρα ήταν γυμνά
και έβρεχε συνέχεια στην καρδιά μου

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Άτιτλο



Έχω πολύ γερά φτερά
γι' αυτό σκαρφάλωσα ξανά
στου ουρανού την ούγια
για μια ζωή καινούρια

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Το θαύμα


















Ξέχνα αρρώστιες κι ανημπόριες
Το κρεβάτι στο οποίο είσαι καθηλωμένος
Το σπίτι που είσαι  κλεισμένος
Το πλήθος που σε πνίγει με οίκτο
Και περιέργεια
Τους γραμματείς που σκανδαλίζονται
Κι αναρωτιούνται για το "αφέωνται"
Αγάπα τους ανθρώπους
Και τότε αυτοί θα τρυπήσουν
Τη στέγη
Αγάπα τους ανθρώπους
Και δεν θα χρειαστεί να πεις
"Άνθρωπον ουκ έχω"
Κι ίσως στο τέλος
Τριγυρνάς με το κρεβάτι στην πλάτη

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Έστιν ουν τραγωδία











Σε λίγο θα τελειώσει η παράσταση
Μετά την αναγνώριση,  η λύση
Συμπάσχει ο χορός στο τελευταίο στάσιμο
Η έξοδος  θ' ακολουθήσει
Ο πρωταγωνιστής θ' αποσυρθεί
Και με κραυγή βαθιά θα ξεψυχήσει
Κατόπιν θα τον περιφέρουν σε εκκύκλημα
Τον έλεο και τον φόβο να γεννήσει
Κι ίσως κανείς ενός κομμού
Δυο λόγια συγκινητικά θα τραγουδήσει
Ας μην ξεχνάμε πως το φιλοθέαμον κοινό
Πρέπει κεκαθαρμένο πια στο σπίτι να γυρίσει

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Παραινέσεις


Οι δρόμοι των κορμιών δύσβατοι κι απόκρημνοι
Θέλουν προσεκτικούς περιπατητές, επιδέξια χέρια
να βρίσκουν κρατήματα στων βράχων τις σχισμάδες
Ίσως αναγκαστείς να συρθείς πρηνηδόν
να κυλιστείς σε σάρες, να κρεμαστείς στο κενό
Χρειάζεται ετοιμότητα, ν' αφουγκράζεσαι
να παρατηρείς για  κατολισθήσεις
για σωρείτες κεραυνών ή αστρίτες της πέτρας
Τα σώματα είναι τοπία ρευστά και διαρκώς μεταβάλλονται
Αποκτούν ξαφνικά χαράδρες ολισθηρές και κορυφές δυσθεώρητες
Προβάλλουν αιφνιδίως δάση σκοτεινά κι ανέλπιστες ηλιοφάνειες
Να 'χεις μαζί σου γυαλιά ηλίου
κι έναν σκούφο για τυχαία χιονόπτωση
Να ξέρεις
Σε κορυφή δύσκολα θα φτάσεις
Σε γυμνές πλαγιές
πηγές δεν υπάρχουν
Σκέψου καλά το ρίσκο
το δρόμο των κορμιών όταν πάρεις
Την πιθανότητα να σε βρουν σε γκρεμό τσακισμένο
Η μόνη ηδονή ότι τα περπάτησες

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Κυνικά καύματα





Το καλοκαίρι πέρασε 
πνοή μέσα στα φύλλα
Ήταν ωραίο, βιαστικό
όπως τα ωραία όλα
πριν καταλάβεις έρχονται
πριν τα χορτάσεις φεύγουν
Ήταν ζεστό και τρυφερό
σαν κάθε καλοκαίρι
Μα έτρεχε απ' τα μάτια του
της Μισιρλού η θλίψη

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Η νοσταλγία












Να νοσταλγείς
να φλέγεσαι
να θέλεις πίσω
στην πατρίδα
να γυρίσεις
και νά 'ναι η καμινάδα σου
σβηστή
άδειο το σπίτι
η Πηνελόπη παντρεμένη
τον Αντίνοο
ενώ Τηλέμαχο
ποτέ δεν έχεις αποκτήσει

Να νοσταλγείς
να θες πολύ
όμως για σένα
ούτε σκυλί
χαρούμενα
δεν θα γαυγίσει
Και πια το ξέρουν όλοι
στο χωριό
πως δεν γυρνάς
σαν νικητής
μα μια εικοσάχρονη
ποινή
στη φυλακή
έχεις εκτίσει


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Ο συρμός




















Γλυπτό του θανάτου από τον ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο


Δεν έχει τερματικό σταθμό 
ετούτος ο συρμός
Ένα παραπέτασμα έριξαν κάπου 
γιατί ήταν άμαθα τα μάτια μας
στο φως
Κι εμείς που υπνώτταμε
νανουρισμένοι από τους ήσκιους
των νευρόσπαστων 
είπαμε θάνατο το άγνωστο 
κατά το ομηρικόν
"Ὕπνῳ ξύμβλητο κασιγνήτῳ Θανάτοιο"


Γιατί τι θα μπορούσε άραγε να είναι
έξω απ' του ύπνου τον ζεστό ομφάλιο λώρο 
παρά ο δίδυμος μες στο μυστήριο κρυμμένος
αδελφός του;

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Κραταιά ως θάνατος αγάπη (Άσμα Ασμάτων)







οι εικόνες του χαράκτη Τάσου


Πολλοί οι τετρωμένοι της αγάπης
Χιλιάδες οι νεκροί στα πεδία
των μαχών της
Αρίφνητοι πνιγμένοι
στα βαθιά νερά της
Κι είχαν όλοι εκείνο το σημάδι
στα θλιμμένα μάτια τους
Κάτι από το βλέμμα της Ραχήλ
το απαρηγόρητο

Κραταιά ως θάνατος αγάπη
Σφραγίδα λόγχης στην καρδιά
Στους βραχίονες τραύμα
Αλλά με στήθη γλυκύτερα
από κρασί
Με άρωμα πιο δυνατό
απ' όλα τα αρώματα
Και όμορφη
όπως τα κρίνα
που βγαίνουν την άνοιξη
κρύβοντας μέσα τους
το νεκρό σπόρο

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Ακινησία





Να μπορείς να τρέχεις
να κουνάς χέρια και πόδια 
να σκύβεις ευλύγιστα 
και να ακουμπάς τη γη

και νά 'ναι η ψυχή σου
αδρανής
σα μικρό παιδί που χάθηκε
σε άγνωστη πόλη
και στέκεται στην άκρη
και κοιτά δακρυσμένο
τους δρόμους
χωρίς να ξέρει αν
και ποιον πρέπει να πάρει
αφού κανένας
δεν οδηγεί στο σπίτι του

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Το όνειρο




Ήμουν λέει ξαπλωμένος σε μια καταπράσινη πλαγιά,
 λίγο πιο ψηλά άρχιζαν τα έλατα.
 Μύριζε ρετσίνι και ρίγανη. 
Δεν υπήρχε γύρω ψυχή. 
Ξαφνικά πετάχτηκα πάνω, 
άπλωσα τα χέρια και άρχισα να τραγουδώ και να χορεύω
 ένα δημοτικό τραγούδι
το "πουλιά μου διαβατάρικα".
Ποιος ξέρει ποια μακρινή ανάμνηση

 από παιδικά πανηγύρια στο χωριό ξύπνησε μέσα μου.
 Κι έλεγε το τραγούδι:
πουλιά μου διαβατάρικα
που στα ψηλά πετάτε
εμένα για δεν παίρνετε
στην ξενιτιά που πάτε
Μετά έπεσα μπρούμυτα κι άρχισα να κλαίω, να κλαίω
χωρίς όμως να μπορώ να ξεδιαλύνω
αν ήταν για τους ξενιτεμένους μου
ή αν εγώ ήθελα να φύγω για τα ξένα

Αλέξανδρος Βαναργιώτης