Έγραφες πάνω στο φτερό δεύτε γλυκό τον ασπασμό τον τελευταίο Βιαστική σαν τη φωτιά έκαιγες κι έφευγες μακριά Το ξέρω, φταίω Την είχα δει από καιρό μες στων ματιών σου το χορό κείνη την τρέλα Έψαχνα όμως αφορμή όταν του ολέθρου η ορμή μού 'γνεψε "έλα"
Όταν δυο κορμιά ξαπλώνουν μαζί και ανιχνεύουν το ένα το άλλο είναι σαν τους φυλακισμένους σε διπλανό κελί που χτυπούν συνθηματικά θέλοντας να δώσουν το στίγμα τους Όταν δύο κορμιά ενώνονται είναι σαν πουλιά σε δωμάτιο που προσπαθώντας να πετάξουν έξω πέφτουν και ξαναπέφτουν στο κλειστό τζάμι ψάχνοντας να βρουν κάπου άνοιγμα Όταν δυο κορμιά ιδρωμένα λυτρώνονται ήδη στον αρμό υπάρχει μια τρύπα Εισχωρούν μυρωδιές και ήχοι Μπορείς να δεις κάτι αλλά περισσότερο να ελπίζεις πως με λίγη προσπάθεια θα βγάλεις το τούβλο ίσως ανοίξεις παράθυρο και στο τέλος τα δύο κελιά μπορούν να λογίζονται σπίτι
Χτυπούσε επίμονα την πόρτα μου ένας γέρος Τις κόρες του έδειχνε πίσω του πεινασμένες Με εκλιπαρούσε να διαλέξω μια, να σώσω να σωθώ Διάλεγα πάντοτε τα πιο αθώα μάτια Αυτά που κρύβανε το πιο μεγάλο ψέμα Τώρα τυφλός σαν τον Οιδίποδα ξεκάθαρα το λέω Ας με επιλέξουν Ο τυφλός την τύφλα του γνωρίζει Πες μου μονάχα τ' όνομά σου τον ρωτώ Να ξέρω ποιος τα μάτια μου θολώνει Και μου απαντά μ' ένα χρησμό Έαρ, ροή, ωκύπους, τύχη, αστάθεια, συντριβή που δεν κατάλαβα ποτέ Γι' αυτό η Σφίγγα τις ψυχές αδιάντροπα πληγώνει
Ανεμοδείκτης τα μαλλιά σου όταν φυσούσε Τα δυο σου μάτια αστρολάβος στο σκοτάδι Από τα χείλη σου η αγάπη ξεδιψούσε Μες στην ψυχή μου δρόμους άνοιγε το χάδι
Τώρα στα χείλη μου η αρμύρα ξενυχτάει Και το μυαλό μου το κατοίκησε η τρέλα Σκυλί η ψυχή μου κάθε βράδυ αλυχτάει Και στο κορμί μου ο πόνος κόλλησε σαν βδέλλα
Λένε τροχός είναι η ζωή κι όλο γυρίζει Μα εγώ το ξέρω ό,τι τελειώνει δεν αρχίζει Και στου καιρού την τράπεζα πληρώνεις τόκο Από το τελευταίο λάθος ως το πρώτο