Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Πληγές μνήμης


Εκείνα
στην αγορά
τα
υποφωτισμένα
μαγαζάκια
που επιμένουν
με
τις ξεθωριασμένες
πινακίδες τους
να προτείνουν
είδη προικός
και νεωτερισμούς

ΑΒ

Τα ψηλά δέντρα

Τα ψηλά δέντρα
πιο τραγικά
μες στην υπεροχή τους
έτσι γυμνά
κάτω απ' το ρίγος
του χειμώνα
μ' άδειες φωλιές
στα κλαδιά
σαν αγκαλιές
που τις λησμόνησε η άνοιξη
και περιμένουν καρτερικά
και περιμένουν


ΑΒ

Στο βάθος κήπος

Στο βάθος κάποιος
κουρασμένος κήπος
που νοσταλγεί μιαν άνοιξη
ν' ανθίσει
Παιδιά στους δρόμους
κάνουν γκράφιτι σε τοίχους
με την ελπίδα ένας
να ραγίσει
Σε μαύρο ουρανό
αστέρι ψάχνεις
η νύχτα σ’ αδιέξοδα πλεγμένη
γύρω μονάχα η παγωνιά της πάχνης
μα φάτνη η ψυχή και περιμένει

ΑΒ

Χριστός γεννάται


Αφού κλειστές οι πόρτες είναι
σε κάποια φάτνη ταπεινά θα γεννηθεί
Ο Ηρώδης ετοιμάζει το σπαθί
Τα χέρια σου, Πιλάτε, πάλι πλύνε

Ηλί ηλί, Ραχήλ θρηνούσα
και άγγελοι που ψάλλουν ωσαννά
Αγιοβασίληδες με κόκκινα σκουφιά
Αγάπη, που γεννήθηκες πενθούσα


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Είχε μάθει τόσο πολύ
να ζει κρυμμένος
στον ήσκιο του
ώστε δεν ένιωσε
καμιά ταραχή
όταν διαπίστωσε
κάποτε
ότι δεν είχε πια
σώμα


ΑΒ

Αν συναντήσετε ποιητή


Αν ποτέ συναντήσετε
αληθινό ποιητή
θα είναι ρακένδυτος
Μην τον ντύσετε
Μόνος του πλήγωσε
τα ρούχα
για να βρίσκει
δρόμο
η τυφλή έμπνευση

Όταν τρέχετε
στη χαρά
μην πάρετε μαζί σας
ποιητή
Το άσθμα του
θα σας καθυστερήσει
θα μείνει πίσω
στα μισά του δρόμου
κι εσείς ίσως χάσετε
αυτό που κυνηγούσατε
Θα προσπαθήσει
μετά να σας παρηγορήσει
με ζωγραφιές λαγών
και λουλουδιών
σαν να λέμε
συσκευασμένο
σάντουιτς
για το γεύμα
που στερηθήκατε

Ζωή κοντά σε ποιητή
σημαίνει
σε τόπο
με βρύσες
να επιλέγεις
ένα πηγάδι
με λιγοστό
νερό
να αντέχεις
τις δηλητηριώδεις
αναθυμιάσεις του
την ώρα της άντλησης
με μόνη ανταμοιβή
μερικά
σπάνια
αγριολούλουδα
που φυτρώνουν
στις άκρες
από χάσματα
και
γκρεμούς

ΑΒ

Η λέξη


Απόψε μου περίσσεψε μια λέξη
φέγγριζε αχνά μες στο σκοτάδι
σαν φανοστάτης ένα κρύο βράδυ
ή μιας μυστήριας γυναίκας έλξη

Μια λέξη μου περίσσεψε απόψε
με ομορφιά μαυλιστική κοιτούσε
σ’ ένα παιχνίδι αβέβαιο καλούσε
σαν τον κρουπιέρη που προστάζει «κόψε»

Μια λέξη απόψε περισσεύει
μόνη της ξέμεινε στην άκρη της σελίδας
όπως καημός μιας ορφανής ελπίδας
που αφήνει πίσω η ζωή όταν μισεύει


ΑΒ

Αποχαιρετώντας τον Νοέμβριο


Και τα δοκηθέντ’ ουκ ετελέσθη
(αυτά που ελπίζαμε δεν έγιναν)
Ευριπίδης


Φθίνουν και τα φθινόπωρα
σαν σαπισμένα φύλλα
Χιονίζει αθωότητα
στους χθεσινούς τους δρόμους
Χιονίζει μνήμες παιδικές
ενώ λυσσάει ένας βοριάς
απ’ τα βουνά των χρόνων
κι εμείς αμίλητοι κι ωχροί
χωμένοι μέσα σε παλτά
ακολουθούμε σκεφτικοί
τα εξόδια μιας μέρας

ΑΒ

Οι ανεμόσκαλες


Κρύο πολύ
στις ματιές
των ανθρώπων
Αναμένονται
λένε και χιόνια
Κάθομαι δίπλα
στ' αναμμένα βιβλία
και σκαλίζω
τη φωτιά
της γραφής τους
Αφήνομαι στη θαλπωρή
των λέξεων
Πού και πού παίρνω το ρίσκο
Αρπάζομαι από την ανεμόσκαλα
μιας φράσης
Συνήθως σπάει
κι επιστρέφω πίσω
Μερικές φορές
όμως
τα καταφέρνω
κι απ' τα σκοτεινά δωματια
του χειμώνα
βγαίνω σ’ ένα καλοκαίρι

ΑΒ

Νύχτα

Οι όγκοι των βουνών
αφομοιώνονται ιδανικά
στο φόντο της νύχτας
Τα δέντρα λυγίζουν ελαφρά
και γίνονται τα εθελούσια
υποστυλώματά της
Τ’ αστέρια σαν κόπιτσες
συγκρατούν την οροφή
Κι όταν τα φώτα ανάψουν
στο υπαίθριο σκηνικό
ήσκιοι και φόβοι
δίνουν παράσταση

ΑΒ

Αλλαγές ρυμοτομίας


Το σοκάκι ήταν χορταριασμένο
και μύριζε εγκατάλειψη
Μπροστά μια πινακίδα
έγραφε
"Ιδιωτική οδός
Απαγορεύεται η είσοδος"
Λυπήθηκα πολύ
γιατί κάποτε
αυτός ο δρόμος
μας έβγαζε
στη θάλασσα

ΑΒ
Τόσοι άνθρωποι
στα δόντια της απόγνωσης
πιασμένοι
Φίλοι πολλοί μες στις πληγές
με μια φαλτσέτα μοναξιάς
κομμένοι

Ράγισε ουρανέ
Στήθι, ήλιε, επί
Γαβαών
και συ, σελήνη, επί Αιαλών
να ζεσταθούν οι αθώοι

Κλίνον το ους σου
στις κραυγές
Τρελοί απ’ έρωτα
έκαναν λάκκους την αυγή
Ύδατα στείλε απ’ την Εδώμ
να ξεδιψάσουν

ΑΒ

Δεκέμβρης


Στους έρημους δρόμους
πέτρινα σπίτια ιστορίας
Σκεπασμένοι με ομίχλη
υγροί κήποι
αθώοι
χαμογελούν στο χάδι της νύχτας
Σαν σαλιγκάρι
σύρθηκα στους ήσκιους
έξω απ’ τα βουρκωμένα
χαρακώματα του εγώ
μ’ ένα διάλογο στα μάτια
για κείνους
που είπαν "άντε, γεια"
κι έφυγαν μόνοι ένας ένας


ΑΒ
Σ' ακολουθώ
σαν τον οδοιπόρο που έχασε το δρόμο
σαν τους μάγους που κοιτούν το αστέρι
όπως η σκιά
τους ζωντανούς
Δεν ξέρω πού πας
Έχω όμως την ελπίδα
ότι η παιδική σου αθωότητα
θα βρει
πού ξημερώνουν
Χριστούγεννα

Α.Β.

Θεσσαλονίκη 1


Παλιές βρόμικες πολυκατοικίες
μυρωδιά μούχλας κι υγρασίας
στενά φοβικά
κακοφωτισμένα δρομάκια
κι ανάμεσα
μικρές πέτρινες
βυζαντινές εκκλησίες
ρωμαϊκές αγορές
τουρκικά λουτρά
και κτήρια Art Nouveau
που ταξιδεύουν στο χρόνο
γλιστρώντας στην ομίχλη
του Θερμαϊκού
που τα τυλίγει όλα
σαν μια ερωτική αγκαλιά
πού 'χει τη δύναμη να ενώνει
και να συναρμόζει
τα ετερόκλητα


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Δυσανεξίες

(αλλαγμένο)
Οι παιδικοί μου ήρωες
αγωνίζονταν
για το δίκιο
και την ελευθερία

Οι οικογένειες
ήταν μεγάλες
Κάθονταν όλοι μαζί
στο κυριακάτικο τραπέζι
και ζούσαν σε μικρά σπίτια στο λιβάδι

Οι σκλάβοι με το οικείο όνομα
μπάρμπα Θωμάς
ελευθερώνονταν

Πώς να δεχθεί τώρα
η ψυχή μου τον φόβο
πώς να συνηθίσει
το τέλμα
Πώς ν' αντέξει τη μοναξιά
Σαν νάρκη μαζεύτηκαν
μέσα μου
και δεν υπάρχει πια
λοχίας Σάντερς
να την απασφαλίσει
Σβήνουν τα βράδια ένα ένα
τα φωτεινά παράθυρα του χθες
χωρίς μια καληνύχτα


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Θεσσαλονίκη 3


Υπόγεια κινείται η ιστορία
μα κάθε τόσο ξεπροβάλλει
σ' ένα χάσμα

Χαρταετός ο ήλιος του χειμώνα
μαγγάνι που γυρίζει σε πηγάδι
και σέρνει μες στον χάλκινο
κουβά του
μνήμες βαθιές και φτερουγίσματα
κι ανέμους
από τις μέρες
που δινόμασταν με πάθος
στου έρωτα τ' ανίερα
σαγόνια
Έφτανε τότε που ματίζαμε το χρόνο
στου χθες που προστιθέμασταν τα ξόμπλια
και γέφυρες γινόταν τα κορμιά μας
για του αύριο την τρύπια προσδοκία

Υπόγεια κινείται η ιστορία
μα κάθε τόσο ξεπροβάλλει
κι ένα χάσμα


ΑΒ

Νύχτες χειμώνα

Όποιος δεν έχει συνομιλήσει
με γυμνή μουριά
μεσάνυχτα χειμώνα
δεν ξέρει τι είναι μοναξιά
Όποιος δεν έχει ακούσει
κυπαρίσσι να προσεύχεται
πάνω από μνήματα
δεν ξέρει τι είναι προσευχή
Κι όποιος δεν έχει δει λεύκες
να χορεύουν στη μέση του κάμπου
με την μελωδία ενός νοτιά
δεν ξέρει τι είναι ποίηση


ΑΒ

Χριστούγεννα


Ένα σμάρι πουλιά γυρεύει τροφή
μες στο χιόνι
Το κρύο δριμύ, η καρδιά μου γυμνή
και κρυώνει
Καράβι παλιό που σκεβρώνει μαζί
με το έρμα
βαραίνει τις τσέπες το χθες σαν αξόδευτο
κέρμα
Μες σε λαμπιόνια και αίμα ο κόσμος
γερνάει
στα μάτια μια μάνα μ΄αγάπη ένα βρέφος
κοιτάει
Βαθύ το σκοτάδι παλεύει να πνίξει
το φως
Μα πριν βυθιστούμε γεννιέται στη φάτνη
ο Χριστός

Α.Β
Στ' αρχαία ελληνικά δεν συμπαθούσα τα επίθετα που είχαν παραθετικά σε -ίστερος. Ήταν όλα αρνητικά φορτισμένα (άρπαξ, βλαξ, λάλος, κλέπτης, πλεονέκτης)
Απεχθανόμουν για τη σημασία τους και τις γενικές, (κτητική, διαιρετική, της αξίας...) Μόνο της ιδιότητας και του περιεχομένου είχα σ' εκτίμηση. Όμως αυτές τις βρίσκαμε σπανιότερα και ήταν και δύσκολο κάθε φορά να τις αναγνωρίσω.
ΑΒ

Άστυγος


Εδώ θα μείνω
στων καιρών την άκρη
μ' όσο μου ανήκει
ξεροκόμματο ζωής
Τέλη δεν δίνω
ούτ' ένα δάκρυ
φτηνό το νοίκι

Κι αν ευκαιρήσεις ξέρεις πια
πού θα με βρεις


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Στις πηγές της στύγας βούτηξε η Θέτιδα
τον Αχιλλέα εκτός από τις φτέρνες για να τον κάνει αθάνατο
Άστυγος είναι ο εντελώς θνητός (τη λέξη την έφτιαξα εγώ)

Θεσσαλικά


Νιφάδα του χιονιού
με νοικιασμένο νυφικό
και δανεικά παπούτσια
Μελαχρινή μου θλίψη
φιγούρα του Τλούπα
Κρατούσες τρυφερά
το χέρι του πατέρα
Στο γάμο σου απόψε
σ' επισκέφτηκα μητέρα

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Το λάθος


Τι τραγικό λάθος
κείνο το πρωί
που απ' τη χαρά μας
φορέσαμε τη μπλούζα
της ψυχής
ανάποδα
Είδαν οι άλλοι τις ραφές
και πότε παίζοντας
πότε κανιβαλίζοντας
τράβα ο ένας
τράβα ο άλλος
έγινε η ψυχή μας
κουρελού
γεμάτη τρύπες
και ξεσκίδια

Κι έχει ένα κρύο
απόψε
ένα κρύο

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Θεσσαλονίκη 2Δωμάτιο με θέα



Δεν ξέρω αν μπορεί να περιγραφεί
η μοναξιά που αποπνέουν
ο ριγωτός κυματισμός της θάλασσας
ο παγωμένος αέρας, το πρωινό ψύχος
τα φορτηγά πλοία
που περιμένουν στο λιμάνι
Όμως
στη χριστουγεννιάτικη πλατεία
τα καρουζέλ περιστρέφονται
παιδιά κρατούν μπαλόνια με ήλιο
κι είναι τόσο χαρούμενα
που διώχνουν τη θλίψη
των σκουριασμένων πλοίων
Νικούν την ψύχρα
της χειμωνιάτικης θάλασσας

Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Ήσυχη νύχτα
σχεδόν καλοκαιρινή
Ακόμα και τα σκυλιά είχαν λουφάξει
Ένας νοτιάς ψιθύριζε στ' αυτιά μου
Ο Ωρίωνας ο κυνηγός
ξαπλωμένος στον ορίζοντα
είχε λες αποκοιμηθεί
Μονάχα μερικά σύννεφα
δάκρυζαν
Έπεφταν οι σταγόνες τους
στα μαλλιά, στα μάτια
και στο στόμα μου
Δεν ήταν δικά μου δάκρυα αυτά
Κείνη την ώρα έτυχε νά 'μαι
ο αποδέκτης κι ο διάμεσος
της θλίψης του κόσμου
Όπως οι πυλώνες του ΟΤΕ
που μεταφέρουν χιλιάδες μηνύματα
χωρίς ούτε ένα να 'ναι δικό τους
πέρα από τη μοναξιά τους
που δεν έχει αποδέκτες
και πλανιέται ανάμεσα
στα γυμνά κλαδιά
τις έρημες λεύκες
και πάνω από τον ήσυχο κάμπο
μερικές παράξενες νύχτες του Νοέμβρη
που κρατούν κάτι από καλοκαίρι

ΑΒ

Τραγούδια να περνούν οι μέρες


Είσαι μια θάλασσα
στου ουρανού την άκρη
μα ένα φθινόπωρο
τα μέσα σου βουρκώνει
Πού να αρχίζει ο καημός
και πού να τελειώνει
Απ’ τη ζωή ως το θάνατο
γλιστράμε σ’ ένα δάκρυ

Είσαι ένα κύμα
που υψώθηκε κι αφρίζει
Στη ράχη του βοριά ανέβηκε
και πάει
Κάπου θα βρεις μιά ακτή
που να σε αγαπάει
μια αγκαλιά που η αλμύρα
δεν θα τη φοβίζει

(Συγχωρήστε μου τις προσθαφαιρέσεις
Είναι παιχνίδι εν εξελίξει το τραγούδι
για να περνά η μέρα...)

ΑΒ

Ωριμότητα;


Να έχεις ένα σωρό
άτακτα παιδιά
μέσα σου
που θέλουν
να εκφραστούν
να φωνάξουν
ν’ αγγίξουν
και να τους λες
"είναι ώρα κοινής
ησυχίας"
Και μετά
να υπομένεις
εκείνο
το παράπονό τους
που σε διαλύει

ΑΒ
Σχεδίαζα σε χαρτί
όπως οι καπετάνιοι τραβούν γραμμές
σε ναυτικούς χάρτες
"Μην πιάσεις λιμάνι" μου είπες
"Τα πλοία που αφοπλίζονται
τα κάνουν καρφίτσες"
Κρύωνες πολύ
κείνο το βράδυ
Για να σε ζεστάνω έκαψα
όλα τα θλιμμένα μου ποιήματα
Κόκκινη φλόγα μάτωσε τα μάτια μας
Μαυροπούλια σκαρφάλωσαν στην καμινάδα
"Μην πιάσεις λιμάνι" μου είπες
Διψούσες
Για να πιεις
σου πρόσφερα
όλες τις πόσιμες λέξεις μου
"Μην πιάσεις λιμάνι" μου είπες
"Μη φοβηθείς"
Και μ' αποχαιρέτισες
με μια βροχή
σιβυλλικά
χωρίς να μου δώσεις
το χέρι

ΑΒ

Η μοίρα των τραίνων

Η μοίρα των τραίνων
να κόβουν αγκαλιές
να χωρίζουν φιλιά
σε κρύους σταθμούς
μετεπιβίβασης
Κι ύστερα
φεύγοντας
να σφυρίζουν
με έπαρση
στις αφύλακτες
διαβάσεις
για τα λάφυρα
άλλης μιας μέρας
Πάντα όμως ηττημένα
από τη μοναξιά τους
καθώς άδεια
τη νύχτα
θα συρθούν πάλι
στο σκοτεινό
αμαξοστάσιο
της θλίψης
ΑΒ
Ντροπαλές
Χαμογελώντας
Με άφατη γλύκα
και παιδική βουλιμία
Δυο εβδομηντάχρονες
Στο τραίνο
Μοιράζονταν
Και τρώγαν
Δρακουλίνια

ΑΒ
Κι όπως ταξιδεύαμε
τέλειωνε το φως
και μπαίναμε στη νύχτα
Και τότε έλαμψε
μέσα στην σύνθλιψη
των τοπίων
και των αισθημάτων
μια έγνοια μακρινή
Ένα πρόσωπο
ανάμεσα στο χθες
και το σήμερα
Ένα βλέμμα ανεπίδοτο
μα ελπιδοφόρο
με την ελπίδα που γεννά
κάποτε η ανάγκη
και το ανέφικτο

ΑΒ
Έφυγες Βαγγέλη
μια μέρα
που στα σχολεία
παιάνιζαν
μουσικές
κι οι μαθητές
κοιτούσαν
επίμονα
την άδεια
καρέκλα σου
Έφυγες
χωρίς ακορντεόν
και κιθάρα
Δεν είχα λουλούδια
να σου αφήσω
Κείνα τα χρόνια
Βαγγέλη
της μακρινής εφηβείας
που περπατούσαμε
ανάμεσα στη θάλασσα
και στα μάτια των κοριτσιών
και έντυναν ως τώρα
τους κρύους χειμώνες μας
Κείνα τα χρόνια
άφησα στην αγκαλιά σου
Κείνες τις μέρες
της χαράς
και τις εξαίσιες μουσικές
των ονείρων
ανακρούει και η μπάντα
του μυστικού θιάσου
που σε υποδέχεται
Άκου…

Άδεια χρόνια

Άδεια χρόνια
Κρατιόμαστε
από τις επετείους
όπως από την κουπαστή
εκείνοι που κατεβαίνουν
σάπια σκάλα
Κρύος καιρός
κι ο Νοέμβρης
γδέρνει την ψυχή
με αποχωρισμούς
και μνήμες
Γυρνώ στους δρόμους
σου
ρακοσυλλέκτης ομορφιάς
για να στολίσω
ένα χριστουγεννιάτικο
δέντρο στη μέρα

ΑΒ

Χυλός με αλεύρι


Μικρός
δαγκώνοντας
ένα καρύδι
έσπασα
τον δεξιό κοπτήρα
Αν και πονούσα πολύ
στο ιατρείο συγκράτησα
εντυπωσιασμένος
τη λέξη "πολφός"
Για καιρό
την μηρύκαζα καθημερινά
Μετά έφτιαξα ένα ποίημα
για ένα ρυάκι
στην εξοχή
που το αναστάτωνε
το απαλό φύσημα του ανέμου
και ταξίδευε κάτω απ' το φως
Δεν ξέρω πια πού μπορεί
να βρίσκεται το παιδικό ποίημα
Όμως τη μέρα εκείνη
στον οδοντίατρο
κατανόησα
πως
σπάζοντας δόντια
κερδίζεις
την ποίηση

Α. Β
Πολφός(αρχαία λέξη) =χυλός με αλεύρι

Στάξε λίγη αγάπη στα χείλη μου



Στάξε λίγη αγάπη
στα χείλη μου
σα μνήμη παιδικών
Χριστουγέννων
κι εγώ θα φέρω
καλοκαίρι
στην πόρτα σου
να ζεσταθεί
το κοριτσάκι
με τα σπίρτα
Στάξε λίγη αγάπη
στα χείλη μου
και δεν θα σκεπάσει
το χιόνι
τον μπαρμπα Γιαννιό
τον Έρωντα
Λίγη αγάπη
κι ίσως
δεν πεθάνουν
από το κρύο
και την πείνα
οι εξόριστοι
του Πόκερ Φλατ

ΑΒ
Αντέγραφα από τα μάτια σου
στο διαγώνισμα του κόσμου
Αποβλήθηκα οριστικά
όμως από τότε κουβαλάω
κείνο το γαλάζιο που κοιτούσες

ΑΒ
Είχε μάθει τόσο πολύ
να ζει κρυμμένος
στον ήσκιο του
ώστε δεν ένιωσε
καμιά ταραχή
όταν διαπίστωσε
κάποτε
ότι δεν είχε πια
σώμα

ΑΒ

Αν συναντήσετε ποιητή


Αν ποτέ συναντήσετε
αληθινό ποιητή
θα είναι ρακένδυτος
Μην τον ντύσετε
Μόνος του πλήγωσε
τα ρούχα
για να βρίσκει
δρόμο
η τυφλή έμπνευση

Όταν τρέχετε
στη χαρά
μην πάρετε μαζί σας
ποιητή
Το άσθμα του
θα σας καθυστερήσει
θα μείνει πίσω
στα μισά του δρόμου
κι εσείς ίσως χάσετε
αυτό που κυνηγούσατε
Θα προσπαθήσει
μετά να σας παρηγορήσει
με ζωγραφιές λαγών
και λουλουδιών
σαν να λέμε
συσκευασμένο
σάντουιτς
για το γεύμα
που στερηθήκατε

Ζωή κοντά σε ποιητή
σημαίνει
σε τόπο
με βρύσες
να επιλέγεις
ένα πηγάδι
με λιγοστό
νερό
να αντέχεις
τις δηλητηριώδεις
αναθυμιάσεις του
την ώρα της άντλησης
με μόνη ανταμοιβή
μερικά
σπάνια
αγριολούλουδα
που φυτρώνουν
στις άκρες
από χάσματα
και
γκρεμούς

ΑΒ

Η λέξη


Απόψε μου περίσσεψε μια λέξη
φέγγριζε αχνά και με καλούσε στο σκοτάδι
σαν φανοστάτης ένα κρύο βράδυ
ή μιας μυστήριας γυναίκας έλξη

Μια λέξη μου περίσσεψε απόψε
με ομορφιά μαυλιστική κοιτούσε
σ’ ένα παιχνίδι αβέβαιο καλούσε
σαν τον κρουπιέρη που προστάζει «κόψε»

Μια λέξη απόψε περισσεύει
μόνη της ξέμεινε στην άκρη της σελίδας
όπως καημός μιας ορφανής ελπίδας
που αφήνει πίσω η ζωή όταν μισεύει

ΑΒ

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

Το πρόσωπο της αγάπης


Στο δρόμο
ψίχουλα αγάπης
μην αφήνεις
-Με ψίχουλα
κανένας δεν χορταίνει-
Περαστικοί θα τα πατήσουν
ή θα τα πάρουν τα πουλιά
Κι αν κάποια μέρα
θα 'σαι διψασμένη
νερό πώς θα 'ρθω
να σου φέρω;
Στο πλήθος
πώς θα σε γνωρίσω
με τη μορφή σου
σκορπισμένη
και λειψή;

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Διανυκτερεύουμε απόψε


Διανυκτερεύουμε απόψε
γιατί και η βροχή έχει ανάγκη
την έγνοια μας
Τόσες μοναχικές σταγόνες
αναζητούν μια κοίτη ματιών
να κυλήσουν
Δεν ακούτε που χτυπούν
το παράθυρο;
Προσέξτε πώς κατηφορίζουν αργά
κοιτώντας ματαίως
Με πόση αξιοπρέπεια
κάνουν πως χαιρετούν
Με πόση λεπτότητα
χαμογελούν δήθεν αδιάφορα

Διανυκτερεύουμε απόψε
με τα παράθυμα ανοικτά
και προσκαλούμε τα νερά
μήπως ανθίσει κάποτε
η έρημος

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Εικονοστάσια


Στις βραδινές περιπλανήσεις
στα όρια της πόλης
στο ψύχος της νύχτας
παρηγοριά τα αναμμένα εικονοστάσια
Άγρια η λέξη «θνήσκω»
αλλά ταιριάζει στους νέους
Οι άλλοι φεύγουν
είναι οι αποδημήσαντες
οι κεκοιμημένοι
Οι νέοι σκοτώνονται, πεθαίνουν, χάνονται
και σκίζουν τις καρδιές των ζωντανών
Ευλογημένα τα χέρια
που ανάβουν τα καντηλέρια
της μνήμης
που σπαράζει μέσα μας
και νουθετεί
και ιλεώνει

ΑΒ

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Κάποτε άφηνα
όπου νά'ναι τα όνειρά μου
Σαν τείχη υψώθηκαν
και πέφτω
πάνω τους
Κάποτε διψούσα
για καινούριους δρόμους
Δεν ξέρω πια
από πού
να γυρίσω πίσω
Χωρίς σπαθί
χωρίς μίτο
χωρίς ελπίδα
Αριάδνης
αναμένω
την ελεημοσύνη
του μινώταυρου
Ακούω
τους βρυχηθμούς
και τα τριξίματα
μέσα μου

ΑΒ

Η πιστή οικονόμος


Κι έτσι κλείσαμε
τις πόρτες
και γυρίσαμε το κλειδί
για να μην εμφιλοχωρεί
η εγκαρδιότητα
και μας πληγώνει
για να μην διεισδύει η αγάπη
και θλιβόμαστε
για να μην αντιλαμβάνονται
οι απέξω
ότι το σπίτι
είναι πια μαυσωλείο
Τα δέντρα και τα φυτά στην αυλή
τό 'νιωσαν
Άπλωσαν τα κλαδιά τους
φούντωσαν
κι έφτιαξαν έναν φράχτη
αδιαπέραστο
σε οποιοδήποτε βλέμμα
κι αέρα ανανέωσης
Μόνο η σκόνη κατέβαινε
και επικαθόταν
καθημερινά
ανενόχλητη
σαν την πιστή οικονόμο
που επιμένει
να προσφέρει
τις υπηρεσίες της
ακόμα κι όταν
δεν την αμείβουν

Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Βγες απ' την πόρτα
Η ομορφιά προσμένει
και τη ματιά σου

Δυο λεύκες μόνες
μια μέρα που φυσούσε
αγκαλιαστήκαν
Άδεια από τ΄Άουσβιτς τα τραίνα
γυρνούν για σένα και για μένα
Θα μας φορτώσουν πριν νυχτώσει
Κάποιοι ήδη έχουνε προδώσει
Εκείνοι οι δήθεν πικραμένοι
οι άχρηστοι κι οι βολεμένοι
που πόθησαν την εξουσία
γιατί δεν είχανε αξία
Από κοντά σαν στρατιώτες
κάτι καημένοι "πατριώτες"
που βγάλανε από τη μούχλα
τη σβάστικα και μαύρα ρούχα
Θά 'χουν γυμνά μόνο τα χέρια
για να κραδαίνουν τα μαχαίρια

Αύριο για Άουσβιτς τα τραίνα
θα φύγουν πάλι φορτωμένα...

Αλαργινό ταξίδι


Στα μάτια σου
η μοναξιά
των ποντοπόρων πλοίων
Πρέπει αλμύρα κι άγνωστο
πολύ να αγαπούν
ν’ αντέχουν την επίμονη
ρότα των πηδαλίων
οι ναύκληροι
που πάνω σου
θα ναυτολογηθούν

ΑΒ
Μετά τον ενθουσιασμό
τα μεγάλα λόγια
και την εθνική υπερηφάνεια
ας μετρήσουμε πάλι τις πληγές μας
Σκληρή η μάχη με το "φαίνεσθαι"
Κι ακόμη σκληρότερη η ερημιά
που αφήνει
Κι ας προσευχηθούμε
τα μικρά του νηπιαγωγείου
που παρήλασαν
συγκινημένα
κουνώντας σημαιάκια
ν' αγαπήσουν
αληθινά την πατρίδα
με τους νεκρούς
τους τραυματισμένους
και τους ξένους της

ΑΒ

Κόκκος σινάπεως



Βυζαντινοί εσπερινοί
σε ήχο πλάγιο δεύτερο
οι στίχοι σου

Καημός ρεμπέτικος
με τρόπους υπολύδιους
το ήθος σου

Μας κέρασες μια σύζευξη αιώνων
με τις λέξεις σου

όπως ταιριάζει σ' εκλεκτούς
όπως και στους γενναίους

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Κρατήσου


Άγρια περιδίνηση μας σπρώχνει προς το κέντρο
Βουή που όλο αυξάνεται και καταρράχτης μοιάζει
Καζάνι πάνω σε φωτιά που δυνατά κοχλάζει
Κρατήσου, όσο σε κρατά της μνήμης σου το δέντρο

Αν αφεθείς στη στροφορμή, στο μάτι του κυκλώνα
θα καταλήξεις, στο κενό που ο κόσμος δεν γυρίζει
μα ηρεμία απλώνεται, τάφου σιωπή που τρίζει
Κρατήσ' όσο μπορείς σφιχτά στης πίστης τον πυλώνα

Του Μάελστρομ περιέγραψε τον ρούφουλα ο Πόε
Κει μέσα όποιος έπεσε κατέβηκε στον Άδη
Κρατήσου από μια αγκαλιά, αρπάξου απ' ένα χάδι
Φτιάξε με την αγάπη σου μια κιβωτό του Νώε

Α.Β

Ολίγο φως και μακρινό...


Κάθε που επέστρεφα πατέρα
στη θλίψη του προσώπου σου
έσφαζες πάντα ένα χαμόγελο
Κι είναι αυτό που η μνήμη
μου κρατά
σαν φως
στους σκοτεινούς μου δρόμους
που χρόνια τώρα σε αναζητώ

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Της νύχτας


"Τη νύχτα ν' αγαπάμε"
των ποιητών, των εραστών,
των πονεμένων
του ονείρου και του θάνατου
των κουρασμένων
Τη νύχτα ν' αγαπάμε
όπως οι πόρνες στο σταθμό
οι προδομένοι
οι άστεγοι, οι αμαρτωλοί
οι απελπισμένοι
Την νύχτα ν' αγαπάμε επειδή
με τόσο έρεβος και πένθος
φορτωμένη
μες στη σιγή
κυοφορεί το φως
κι έχει μια ελπίδα
στο μανίκι της
κρυμμένη

Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Αγκάθια προστατεύουν το σκληρό κάστανο
τον υδαρή αχινό
τον παμφάγο σκαντζόχοιρο
και το εύθραυστο τριαντάφυλλο
Εσένα σε ποια κατηγορία
να σε κατατάξω
με τόσα συρματοπλέγματα
γύρω σου;

ΑΒ
Στην ύπαρξη
δεν υπάρχουν κανόνες

Είμαστε όλοι
εξαιρέσεις

ΑΒ

Το ξύλινο πόδι της ποίησης


Για μια ακόμη φορά
ένας μολυβένιος στρατιώτης
καίγεται στη φωτιά
Καμία πόρτα δεν ανοίγει
κανένα ρεύμα αέρα δεν φέρνει δίπλα του
την όμορφη χορεύτρια
Το πρωί μια λυπημένη καμαριέρα
φαντάζεται
μια μολυβένια καρδιά
δίπλα σε ένα δαχτυλίδι
την ώρα που ξεσκονίζει
τη μοναξιά της
και μαζεύει από το τζάκι
τις κρύες στάχτες
ενός ποιήματος

ΑΒ

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Οκτώβρης της μνήμης 2


Κάποιοι κοντά σου ψιθυρίζαν το ψαλτήρι
Έξω βροχή απ’ το πρωί λυσσούσε
Αέρας τα μαλλιά μας τυραννούσε
Κόσμος πολύς, σαν να ΄ταν πανηγύρι

Μες στην καρδιά μου θύελλα βουβή
και στο μυαλό μου σύγχυση και τρέλα
Σ’ εξόδιο ουρανό γκρι και μαβή
βγήκα κρατώντας τη δική σου την ομπρέλα

Χρόνος


Η κοπέλα που περνά
αδιάφορη μιλώντας στο κινητό
κρατώντας απ' το χέρι ένα παιδί
που δεν θα μπορούσε να είναι
δικό σου

Ο γέρος που ξεχάστηκε
στο φθινοπωρινό παγκάκι
βυθισμένος στις σκέψεις του
ενώ εσύ κάθεσαι στο απέναντι
και τον κοιτάς

Οι παλιοί συμμαθητές
που σε ρωτούν κάθε φορά
γιατί δεν πήγες στην προ πενταετίας
συγκέντρωση

Οι μαθητές της νεότητας
που λένε απορημένοι
"μας ξεχάσατε, κύριε;"

Κι εκείνο το
"πρέπει σήμερα να θυμηθώ"
που κολλάς με postit στο ψυγείο
δίπλα σε άλλα "πρέπει να θυμηθώ"
που δεν θυμήθηκες
Όλο το υλικό μας
χτίστηκε πάνω
σε ένα παιδικό καλοκαίρι
Με τη ζεστή πνοή της αγάπης
υψώθηκε το αερόστατό μας
Μας τραβούν τώρα με γάντζους
και σκοινιά
Φωνάζουν "εδώ είναι η ζωή"
"κατέβα"
Μα πώς να ξεχάσει
ένας που γνώρισε
τον ουρανό;
Κάτω από κασκόλ
παλτά και καπέλα
σε κάθε ευκαιρία
θα μελετάμε τα σύννεφα
θα ξεχνιόμαστε κοιτώντας
τα πουλιά
και τ' αεροπλάνα

Θεσσαλία

Τα σπίτια μας
ήταν από χώμα
Ευρύχωροι τάφοι
πάνω στο νοτισμένο κάμπο
Οι άνθρωποί μας
όταν έφευγαν
πήγαιναν στη Γερμανία
ή στο διπλανό δωμάτιο
το μονίμως κλειστό
κι έπαιρναν μια θέση
ανάμεσα στις φωτογραφίες
στη σερβάντα
Γι’ αυτό τα τραγούδια μας
μοιρολόγια
Γι’ αυτό οι κραυγές μας
ανακάλεμα
και τα μάτια μας
σκοτεινά
φορτωμένα χειμώνα

Διάλογοι


Ήσουν απ’ τα παιδιά
που στρίμωξαν στην τσέπη τους
κομμάτια γνήσιο ουρανό
κείνο το απόγευμα της δωρεάς
των αγγέλων
Κι ύστερα με μια παρέα φοιτητών
μιαν άνοιξη είδατε ένα σύννεφο
με παντελόνια
Ήταν τότε που μεθυσμένοι
με τρικυμισμένα χείλη
δώσατε υπόσχεση
ότι ποτέ δεν θα παραδώσετε
τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
στη σκόνη του καιρού
Όμως
ως κεραυνοί
ή ως πλήγματα επάλληλα της Μοίρας,
επί των πτώσεων ενέσκηψαν αι πτώσεις
στο σώμα στην ενθύμηση, πονάς
Κι έτσι όπως βρέχει
αδιάκοπα
στον κάμπο τον θλιμμένο
η ποίηση
μια ομπρέλα
να ξεχνάς

Η πιστή οικονόμος


Κι έτσι κλείσαμε
τις πόρτες
και γυρίσαμε το κλειδί
για να μην εμφιλοχωρεί
η εγκαρδιότητα
και μας πληγώνει
για να μην διεισδύει η αγάπη
και θλιβόμαστε
για να μην αντιλαμβάνονται
οι απέξω
ότι το σπίτι
είναι πια μαυσωλείο
Τα δέντρα και τα φυτά στην αυλή
τό 'νιωσαν
Άπλωσαν τα κλαδιά τους
φούντωσαν
κι έφτιαξαν έναν φράχτη
αδιαπέραστο
σε οποιοδήποτε βλέμμα
κι αέρα ανανέωσης
Μόνο η σκόνη κατέβαινε
και επικάθονταν
καθημερινά
ανενόχλητη
σαν την πιστή οικονόμο
που επιμένει
να προσφέρει
τις υπηρεσίες της
ακόμα κι όταν
δεν την αμείβουν
Κάποτε άφηνα
όπου νά'ναι τα όνειρά μου
Σαν τείχη υψώθηκαν
και πέφτω
πάνω τους
Κάποτε διψούσα
για καινούριους δρόμους
Δεν ξέρω πια
από πού
να γυρίσω πίσω
Χωρίς σπαθί
χωρίς μίτο
χωρίς ελπίδα
Αριάδνης
Αναμένω
την ελεημοσύνη
του μινώταυρου
Ακούω
τους βρυχηθμούς
και τα τριξίματα
μέσα μου

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Κενό

Όταν βρέθηκαν στο κενό
στην αρχή αισθάνθηκαν
την ηδονή του πετάγματος
το ξεγέλασμα της εναιώρησης
την αναμέτρηση με τον άνεμο
Μετά κατάλαβαν την πτώση
Το κτήμα μου
πετρώδες και λεπτόγαιο
Λίγα λουλούδια ανθίζουν
στου ουρανού το δάκρυ
Λίγα λουλούδια
που μιλούν
για τ’ ήλιου τα χαμόγελα
Το κτήμα μου
σκαρφαλωμένο
στη βίγλα της βροχής
σε ψάχνει
Κι αν δεν σε δει
γίνεται έρημος

Ό,τι μπορεί κανείς


Ταΐστε το εφήμερο
Οι "Πέρσες"θέλουν
Μαραθώνα και Σαλαμίνα
Ο "Προμηθέας Δεσμώτης"
τα κομμένα χέρια
του Κυναίγειρου
Κι οι "Ευμενίδες"
να 'σαι έτοιμος
για μια χελώνα
στο κεφάλι
Κάτι μέρες
σαν τη σημερινή
που καταφθάνουν
στη φυλακή μας
ασθμαίνοντας
μ' ένα τσαλακωμένο
δέμα ουρανού
κι ένα σπιρτόκουτο
καλοκαιριού στην τσέπη
Που μας φιλούν
με μια ανάσα ζεστή
μας ανακατεύουν
με χάδια τα μαλλιά
κι αφήνουν φεύγοντας
ένα πυροκόκκινο βούρκωμα
στα βουνά
Κάτι μέρες
σαν τη σημερινή
δεν ξέρω
ακριβώς γιατί
αλλά
ελπίζω

Τραγούδι ενός θλιμμένου Φθινοπώρου


Είχε τ' απόγευμα εκείνο λες δακρύσει
σαν νά 'ταν ξένο στου καιρού τα άλλα
Τσιγάρα ανάβαμε, ο ήλιος προς τη δύση
Και μες στα μάτια σου μια θλίψη τα μεγάλα

Η νύχτα έγειρε και έσβησε η μέρα
Το φως πώς να αντέξει τόσο πόνο;
Κάποιος που πέρασε μας είπε "καλησπέρα"
Μονάχη χάθηκες σκιά μέσα στο χρόνο

Ποια τύχη, ποιος διωγμός και ποια πορεία
μια καταχνιά μας άφησε στον ώμο
Είχαμε στην αγάπη ευκαιρία
μικροί όμως κι ανίδεοι δεν βρήκαμε το δρόμο
Στο βραδινό μου περίπατο
φυσούσε
Έσκυψε ένα παιχνιδιάρικο
κλαδί σφενταμιάς
και με φίλησε
Κι άφησε πάνω στους ώμους μου
τόσο χρυσάφι
που ούτε ο βασιλιάς Σολομών
ἐν πάση τη δόξη αυτού
δεν αξιώθηκε

Πρωινοί ήχοι


Βγήκα στο μπαλκόνι
να καλωσορίσω τη μέρα
Κατέφτανε το φως
"με μουσικές εξαίσιες"
Μητέρες στοργικές
ξυπνούσαν τα παιδιά
για το σχολείο
ενώ από μακριά
με ολόγλυκες
κοριτσίστικες φωνές
αθώες παράνυφοι
τραγουδούσαν
επιτετραμμένες στην υποδοχή
του νυμφίου
οι καμπάνες

Ταξίδια


Καθόταν σε μιαν άκρη με το καλάμι του και ψάρευε
Όσα πουλιά έπιανε τα κοίταζε προσεκτικά
Αν ήταν μικρά τα έριχνε πίσω στον ουρανό
Αν ήταν μεγάλα τα ρωτούσε αν μπορούσαν να τον πάρουν μαζί τους
Τα περισσότερα τον κορόιδευαν
Του έλεγαν "ναι" και μόλις τα άφηνε πετούσαν μακριά
Τώρα στην άκρη του ουρανού υπάρχει μόνο ένα καλάμι
και το μικρό ψαθάκι απ' το κεφάλι του
Ποιος ξέρει τι ν' απέγινε
Ίσως να ταξιδεύει
Τραγουδάω τις νύχτες
Δεν ξέρω αν είναι αναμνήσεις
μαθημάτων ωδικής
παραμιλητά απελπισίας
ή οι πρώτοι φθόγγοι
μιας φράσης ελπίδας
Τραγουδάω τις νύχτες
εν υπνώσει μεθυσμένος
μεθυσμένος εν εκστάσει
ή εκστασιασμένος εν ονείρω;
Δεν θα μάθω ποτέ
την απάντηση
Δυστυχώς
ο ύπνος όπως και η φιλοσοφία
θέτουν μόνο ερωτήματα
Χαίρε
χέρι πονεμένων το στήριγμα

χαίρε
χάδι των αγγέλων το άγγιγμα

χαίρε
χώρα πληγωμένη του σώματος

χαίρε
χαρά της αγάπης απαύγασμα


Χαίρε
ζέρμπερα που ανθίζεις φθινόπωρο
χαίρε
ελπίδα του χειμώνα πανήγυρη
χαίρε ζωή
της φθοράς η ανάκληση
Χαίρε Ζωή
και σεις πάντοτε
χαίρετε

Προσευχή

Κύριε
συγχώρησέ μας
που γράφουμε ποίηση
Νιώθουμε ζεστασιά
όπως το παιδί
που πιπιλά
το δάχτυλό του
Βαθιά η άγνοιά μας
όπως του βρέφους
που δεν ξέρει
τη σπουδαιότητα
του αντίχειρα
Δίδαξέ μας
Κύριε
Δώσε μας μια ευκαιρία
να κοιτάξουμε
την αγάπη στα μάτια

Οκτώβρης της μνήμης 2


Κάποιοι κοντά σου ψιθυρίζαν το ψαλτήρι
Έξω βροχή απ’ το πρωί λυσσούσε
Αέρας τα μαλλιά μας τυραννούσε
Κόσμος πολύς, σαν να ΄ταν πανηγύρι

Μες στην καρδιά μου θύελλα βουβή
και στο μυαλό μου σύγχυση και τρέλα
Σ’ εξόδιο ουρανό γκρι και μαβή
βγήκα κρατώντας τη δική σου την ομπρέλα

ΑΒ

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Οκτώβρης της μνήμης


Με πήρε η θεία μου να πάμε στο χωριό
Ήταν Οκτώβρης, μεσημέρι, Τρίτη
Δυο τρία ρείκια στο μικρό το πλυσταριό
δίπλα στο πλίθινο το γερασμένο σπίτι
Άρχισ' εκείνη βιαστικά να καθαρίζει
Κάθισα εγώ στα σκαλοπάτια μόνος
Είχε η ψυχή μου πάψει πλέον να ελπίζει
Άδεια η σκέψη μου και άδειος λες ο χρόνος
Κοιτούσα επίμονα στο βάθος πέρα
Νωρίς τ' απόγευμα έφεραν τον πατέρα


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Π.Π*


Δυσκολεύτηκε
να συνηθίσει τους κανόνες
Όφειλε να ακολουθήσει
το πρωτόκολλο
Τίποτε δεν ήταν δικό του
Όλα έπρεπε να επιστρέψουν
εκεί που ανήκαν
Αφόρητος πόνος
Να τα φροντίζει
Να τα λατρεύει
Ν' αγωνιά
Κι όταν αποθεραπευτούν
Αλύγιστος
ν' ακούει
το φουρφούρισμα
το τίναγμα των φτερών
Ασυγκίνητος
ν' αντέχει τις επιστροφές
το ικετευτικό βλέμμα
την ανασφάλειά τους
και να τα ωθεί μακριά
και με τη βία κάποτε
Στο τέλος αρρώστησε
Τα δικά του φτερά
δεν θεραπεύτηκαν ποτέ
Κι έμεινε παρατηρητής πουλιών
που κουβαλούσε όλη τη θλίψη
των αποχωρισμών τους

[*Παρατηρητής Πουλιών]
Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Μύρης. Αλεξάνδρεια κλπ


Τον κούρασαν τον Μύρη
οι Χριστιανοί
μ’ όλα τα πρέπει και τα μη
και το ρηχό διδακτισμό
-φορτία δυσβάσταχτα
προπάντων απεχθή-
Καλύτερα με εθνικούς
περνούσε
Ξενύχτια, γλέντια
και κρασί
-ήταν μονάχα
είκοσι χρονώ-
με τα αστεία τους
ανέμελα γελούσε
Κι αν μουρμουρίζοντας
-τη εξαιρέσει εμού-
στα είδωλα αρνήθηκε
σπονδή
Κι αν πριν το τέλος του
κρατούσε το σταυρό
και στο Χριστό
αδιάλειπτα μιλούσε
είναι γιατί
μια Κυριακή
στην αγορά
απελπισμένος
άδειος κατηφής
συνάντησε
έναν σαλό
και κείνος του ‘δειξε
ο Χριστός
πόσο
τον αγαπούσε
ΑΒ

Τώρα που ψύχρανε ο καιρός


Κάθε απόγευμα
με γυροφέρνει
ένα μικρό μαύρο κουνούπι
Πετάει για ώρα
κοντά
δήθεν αδιάφορο
και στο τέλος
προσγειώνεται προσεκτικά
στο γυμνό μέρος
του ποδιού μου
Δεν το σκοτώνω
Τώρα που ψύχρανε ο καιρός
έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο
Εκείνο για το αίμα
κι εγώ για το πέταγμα

ΑΒ

Άγνωστα νερά


Αν σας κοιτώ στα μάτια
μην τρομάζετε
Το μέτρο της αγάπης σας
θέλω να εκτιμήσω
Όπως ο δύτης
που κοιτά
ώρα πολλή τη θάλασσα
για ύφαλους και ρούφουλες
πριν βυθιστεί
μες στα θολά νερά της

ΑΒ

Επιστρέφω


Επιστρέφω
συνήθως με το παιδικό μου ποδήλατο
άλλοτε κρατώντας απ' το χέρι τον πατέρα
τις μέρες που φυσά
κι αναδιπλώνεται η κουρτίνα
και χορεύει
τις ώρες που ο δεσμοφύλακας
γυρίζει το κλειδί
και το φως σβήνει
Επιστρέφω
νύχτες χωρίς φεγγάρι
κι όταν στα ντουλάπια μου
δεν ξέμεινε
ούτε μια
μυρωδιά άνοιξης
ούτε μια ελπίδα καλοκαιριού
Επιστρέφω
και παίρνω απ' την αρχή
το αλφαβητάρι
της χαράς
να μάθω
τη συγχώρηση
τον ενθουσιασμό
το πέταγμα
και συλλαβίζω
με δάκρυα
όλα αυτά που μου λείπουν

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Απορίες


Καλά
ο ανάλγητος πλούσιος
σαπίζει στην κόλαση
Δεν μάθαμε ποτέ
όμως, Κύριε,
τι απέγιναν οι τραπεζοκόμοι
οι μάγειρες
και οι πολυπληθείς υπηρέτες
Όλοι εκείνοι οι ενδιάμεσοι
που άφησαν
τον φτωχό Λάζαρο
να τρώει ψίχουλα
και για τις πληγές του
να τον συμπονούν τα σκυλιά
Εκείνοι που υποτίθεται
γνώριζαν
από φτώχεια, Κύριε
που λογικά
κάτι θα ήξεραν από στέρηση

ΑΒ

Τέχνη


Τέχνη είναι
ο μακρύς μονόλογος
η δήθεν συζήτηση
με τους ήσκιους σου
όταν φοβάσαι
Τέχνη είναι όταν ανοίγεις
κοίτες για να διοχετεύσεις
τους χειμάρρους που ξεχείλισαν
μέσα σου
Μετά να θάβεις τους πνιγμένους
εαυτούς σου
και να μοιράζεις
στα ορφανά αισθήματα
χαρταετούς
για να μην ξεχάσουν πως
υπάρχει ουρανός
Τέχνη είναι
ν' αποζητάς την αγάπη
κι όταν τη βρίσκεις
να γίνεσαι απ' την αρχή
βρέφος στην αγκαλιά της
για να θηλάσεις
τη μυρωδια του τριαντάφυλλου
το χρώμα της άνοιξης
και το χάδι του ανέμου
απ' το επερχόμενο καλοκαίρι
Τέχνη είναι να κοιτάς
το χθες
όπως ο οδοιπόρος
το δρόμο που τον έφερε
Να αγαπάς το αύριο
γιατί δεν υπάρχει
και να πίνεις το σήμερα
όπως οι ηλικιωμένοι
τον απογευματινό
καφέ τους
Τέχνη είναι να ζεις
Να λαχταράς την ανάσα
όπως το παιδί τα δώρα
κάτω από το
Χριστουγεννιάτικο δέντρο
Τέχνη είναι να ζεις

Μα ποιος στ' αλήθεια
μπόρεσε
την τέχνη
να ορίσει;

Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Όταν κοιτώ του φεγγαριού την τρύπα
τα βράδια στο απόλυτο σκοτάδι
νομίζω ότι είμαι σε πηγάδι
σε μια σπηλιά που φως ποτέ δεν βρήκα


-Όλα χαμένα μες στου ψέματος το υφάδι-

Και λέω, Θέ μου δώσ' μου τα φτερά μου
πού 'χα πριν του φιδιού την τρίπλα
να 'ρθω να 'μαι σε Σένα δίπλα
κουράστηκε να σέρνεται η καρδιά μου

-Χωρίς αγάπη, ζεστασιά και χάδι-
Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Ο ήλιος στο σεντόνι


Χτυπούσε ο ήλιος τα δέντρα
Φέγγιζε το σεντόνι στην απλώστρα
Καθόμουν στο σκαλοπάτι της κουζίνας
Μεθώντας στων ήσκιων την παράσταση
Βουβό το σινεμά
Μόνη υπόκρουση
Μια φθινοπωρινή σονάτα
Του ανέμου

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Ποτάμια


Πόσοι στ' αλήθεια άνθρωποι
δεν μοιάζουν με ποτάμια
Από βαθιές της γης πληγές
γεννιούνται τα νερά τους
Κατηφορίζουν στις πλαγιές
λειαίνοντας τις πέτρες
ποτίζοντας τα ζωντανά
τρέφοντας τα σιτάρια
κι όταν τελειώσει ο δρόμος τους
δίνονται στην αρμύρα
Μ' αν πιάσει το παράπονο
τον ουρανό και κλαίει
και κλαίει απαρηγόρητα
και το γιατί δεν λέει
αφρίζουν και οργίζονται
και κατεβάζουν λάσπη
Πνίγουν στους κάμπους
τα σπαρτά
τα δέντρα ξεριζώνουν
και τα φοβούνται οι αστοί
οι εφησυχασμένοι
ΑΒ

Τα σχολικά βιβλία


Φτάνουν ολοκαίνουρια
Μυρίζουν χλώριο και κόλλα
Θα στριμωχτούν μετά σε τσάντες
Ανάμεσα σε κινητά και κασετίνες
Μπουκαλάκια νερού
Και μισοφαγωμένες τυρόπιτες
Θα ρυτιδιάσουν τα εξώφυλλα
Και θα σκιστούν
Λαδιές και μουτζούρες
Θα επιβεβαιώνουν την κακή σχέση
Στο τέλος θα περάσουν
Όπως όλα
Στην ανακύκλωση του χρόνου

Κείνες τις σελίδες σκέφτομαι
Λίγο μετά τη μέση
Που δεν θα διαβαστούν ποτέ
Την ύλη που δεν τέλειωσε
Κείνες τις σελίδες σκέφτομαι
Που περικλείουν τα σημαντικότερα
Και τι συγκυρία
Τα σπουδαιότερα πράγματα
Να γράφονται πάντα
Στο τέλος

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Γεννημένοι θεατρίνοι


Τις επιθυμίες της καρδιάς
τις σκηνοθετεί ο νους
και φτιάχνει τα όνειρα
Μετά έρχεται
και πρωταγωνιστεί
η φαντασία

ΑΒ

Γλαύκες


Πολλές γλαύκες
μαζεύτηκαν και
θρηνούν στα ερείπια
Δεν θα μάθουμε ποτέ
ποιες στ’ αλήθεια πονούν
Καθώς είναι γνωστό
ότι στις κουκουβάγιες
αρέσουν οι θρήνοι
και γενικώς
αγαπούν τα χαλάσματα
ΑΒ
Ως νέος καταπιάστηκα με τα μεγάλα θέματα
προσπαθώντας να ερμηνεύσω τον κόσμο
Γυμνός και άδειος πια
για να κατανοήσω τη θάλασσα
αφοσιώνομαι στους παιδικούς νερόλακκους
Για τους βράχους
χαιδεύω τα χαλίκια
Για τα λιβάδια
πιάνω κουβέντα με τα λουλούδια
στην άκρη των δρόμων
Για το δάσος
αφουγκράζομαι τις νύχτες
τα μοναχικά δέντρα στον κάμπο
Πριν χαράξει
ακούω τα ξεχασμένα στον ορίζοντα
αστέρια
να μιλούν
για τον ουρανό
Και για τους ανθρώπους...
για τους ανθρώπους
είναι καιρός
που περπατώ
πολύ
στις ερημιές μου
ΑΒ

Ερωτικό (τραγούδι)


Ανεμοδείκτης τα μαλλιά σου όταν φυσούσε
Τα δυο σου μάτια αστρολάβος στο σκοτάδι
Από τα χείλη σου η αγάπη ξεδιψούσε
Μες στην ψυχή μου δρόμους άνοιγε το χάδι

Τώρα στα χείλη μου η αρμύρα ξενυχτάει
Και το μυαλό μου το κατοίκησε η τρέλα
Σκυλί η ψυχή μου κάθε βράδυ αλυχτάει
Και στο κορμί μου ο πόνος κόλλησε σαν βδέλλα

Λένε τροχός είναι η ζωή κι όλο γυρίζει
Μα εγώ το ξέρω ό,τι τελειώνει δεν αρχίζει
Και στους τελώνες τους καιρούς πληρώνεις τόκο
Από το έσχατο το λάθος ως το πρώτο

Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Για τον πατέρα
Εις ένα Θεόν πατέρα…
Δεν είναι τυχαίο που ο πατέρας
προηγήθηκε του παντοκράτορα.
Δεν είναι σύμπτωση
που μπήκε
πριν απ’ όλα τ’ άλλα

Επιστολή
Θα θελα να σε πληροφορήσω, πατέρα, ότι τίποτε απ’ όσα ονειρεύτηκες για μένα και έλπισες δεν πραγματοποιήθηκε. Απέτυχα εντελώς. Κάθομαι εδώ σε μια μικρή κάμαρα τα βράδια και γράφω ιστορίες. Μεγάλη απογοήτευση σου πρόσφερα όσο ζούσες. Όμως είμαι καλά. Χαίρομαι με αυτές μου τις ασχολίες. Πηγαίνω πού και πού στην εκκλησία και ψάλλω. Θυμάμαι τότε το χωριό και συγκινούμαι. Απέτυχα πατέρα. Θα το είχες κι εσύ από νωρίς καταλάβει ότι ήμουν από σκάρτο υλικό. Το σκοτεινό τρυγόνι. Σε άκουσα που το έλεγες στη μάνα. «Δεν ξέρω τι έχει αυτό το παιδί. Δεν μπορώ να διαβάσω τα μάτια του. Σα σκοτεινό τρυγόνι μοιάζει». Έτσι της είχες πει. Πέρα από τις προσευχές μου δεν έχω με τι άλλο να σε παρηγορήσω. Θέλω απλώς να σου διασφαλίσω ότι Το έπ' έμοι, ενόσω ζω, και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω…κλπ. Ξέρω ότι δεν με πιστεύεις. Από μικρός όλο μεγάλα λόγια. Όμως δεν βρήκα ακόμη μέσα μου στέρεο έδαφος να πατήσω. Και όταν πέφτεις, το μόνο που μπορείς είναι να περιγράφεις την πτώση, πατέρα.
Θεός σχωρέσει σε πατέρα
και μακάρι και μένα
Με τιμή
ο υιός σου
Αλέξανδρος

Χιουμοριστικό


Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται
Ενίοτε, όταν δεν διαθέτει μαλλιά
από των πλησίον του

Το τραγικό είναι όταν καθώς βυθίζεται
κοιτά με απορία το τριχωτό πράγμα
που κρατά στο χέρι του
και διαπιστώνει ότι είναι περούκα
ή περουκίνι

ΑΒ

Επίγνωση


Προσήλωσες κάποτε
το βλέμμα σου
σ' ένα αστέρι
μ' ελπίδα
και ξαφνικά το είδες να πέφτει
και να σβήνει
Τότε κατάλαβες
πως μόνος
έπρεπε να βρεις
το δρόμο
για τη
Φάτνη
μ΄ένα λυπημένο
άστρο στην πλάτη
γιατί μέσα στο σκοτάδι
ποτέ
δεν έπαψες
να πιστεύεις
στο θαύμα

ΑΒ

Ερωτικό


Αν η αγάπη ήτανε ποινή
θα ήθελα νά έτρωγα ισόβια
Να μ' έπιαναν μια μέρα γιορτινή
σε ταραχές, πορείες κι επεισόδια
στους δρόμους της καρδιάς μ' ένα πινέλο
καθώς "παράφορα" θα γράφω πως "σε θέλω"

Αν η αγάπη ήτανε υνί
θα ζήταγα βαθιά να με οργώσει
στη χέρσα γη σπορά εαρινή
απάνω μου σιτάρι να μεστώσει
Στάχια και άνεμος να παίζουν τσέλο
κι εγώ να ψιθυρίζω πως σε θέλω

ΑΒ

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Δεν διαβάζω παραμύθια
Πού και πού όμως μπαίνω σε ένα παραμύθι
Κλείνω απέξω τους γκρεμούς και τις φωτιές
Ακούω τους ψίθυρους της βελανιδιάς
Του πεύκου
Τα τριξίματα από τα τινάγματα των πουλιών
Το φουρφούρισμα της χλόης
Που αγκαλιάζει τα παπούτσια μου
Ανακαλύπτω άγνωστα χωριά
Πάω στις ίδιες γειτονιές από άλλους δρόμους
'Αλλες ώρες
Φορώ γυαλιά ηλίου
Τις συννεφιασμένες μέρες
Πίσω από τους σκυθρωπούς
Βλέπω πόνο
Και πίσω από τα χαμόγελα
Αγάπη
Όταν βγαίνω από το παραμύθι
Συνεπαρμένος
Ο γκρεμός μου φαίνεται σκαλοπάτι
Είναι του Αγιαννιού
Και πηδώ τις φωτιές ευτυχισμένος
Γιατί έχω περάσει ήδη στην ηλικία
Της ωριμότητας
Την παιδική

ΑΒ
Και να που τελειώνει το ταξίδι
και στην πατρίδα οριστικά
επιστρέφω
Ξανά θα μπω στην τρύπα μου
σαν φίδι
Στην ξεγνοιασιά
από μακριά θα γνέφω
Όμως θα βρω έναν τρόπο
να ξεφύγω πάλι
Δεν κατεβάζω τη βαλίτσα
από τη σχάρα
Θ' ανοίξω
του Αιόλου το τσουβάλι
Κι αν σας ρωτήσουν
πείτε πήγα για τσιγάρα
ΑΒ

Η ποίηση


Ως νέοι
περνάμε με κάθε αφορμή
έξω απ' το σπίτι της
Περιφερόμαστε άσκοπα
στους γύρω δρόμους
Περιγράφουμε
την πόρτα
το φωτισμένο παράθυρο
τη σκιά της πίσω απ’ την κουρτίνα
Εκείνη το ξέρει
και παίζει μαζί μας
πότε αφήνοντας
ένα γλαστράκι βασιλικό
στο περβάζι
πότε πανσέδες
στα σκαλοπάτια
για να ‘χουν
μυρωδιές και χρώματα
οι ζωγραφιές μας
Κάποια μέρα
μας ανοίγει την πόρτα
Ζούμε
συγκινήσεις άφατες
Όταν βγούμε
απαντάμε σιβυλλικά
με παρομοιώσεις και μεταφορές
Δεν δώσαμε όρκο
σιωπής
όπως στα Ελευσίνια μυστήρια
αλλά με τον καιρό
βάθυναν πολύ οι φλέβες μας
και είναι δύσκολη πια η μετάγγιση

ΑΒ
Χρόνια είχε η βροχή
να έρθει στην ώρα της
Πρωτοβρόχια του Σεπτέμβρη
Τα θυμάμαι
ως παιδί
μαζί με τις ανάκατες
μυρωδιές των τετραδίων
και της αρωματικής σβήστρας
με το βουρτσάκι
Ανέδιδε η γη
κείνο το άρωμα
των δακρύων
καθώς περνούσαμε
με τη μικρή τσάντα μας
τη βαριά
σιδερένια πόρτα
των σχολείων
Πόσα γνώριζε
η βροχή
που δεν αντιλαμβανόμασταν
Τι προμηνυόταν
κι εμείς γελαστοί κι αθώοι
σπεύδαμε να πέσουμε
στην αγκαλιά του
ΑΒ

Τειχοσκοπία


Χρόνια έπλεκες
στον αργαλειό
την τειχοποιία σου
Έφτιαξες κάστρο Ενετικό
με τάφρο
επάλληλα τείχη
τούνελ διαφυγής
και ξάπλωσες στη μέση
Μια ωραία κοιμωμένη
Τέλειωσε όμως η εποχή των ηρώων
Ήταν και τ’ αγκάθια
ανυπέρβλητα
Πώς να συναντηθούμε;

ΑΒ

Τα φιλήματα της βροχής

Πήρα τους δρόμους απόψε
για τα φιλήματα της βροχής
αυτά τα τρυφερά αγγίγματά της
στα μάτια και στα χείλη
το ηδονικό κύλισμα στην πλάτη
και στο στήθος
Μετά κάθισα
δίπλα σε μιά υδρορροή
και άκουσα το κονσέρτο της
ως το τέλος
Πόσο αδικημένη μελωδός
Όλοι προτιμούν τις συναυλίες
της θάλασσας
που είναι σκοτεινή
κι ανερμήνευτη
και περιφρονούν τη βροχούλα
που πλανόδια τραγουδά
έξω απ' τα παράθυρα
και μας νανουρίζει τα βράδια
που μας ξεπλένει χωρίς
ποτέ να πνίξει κανέναν
Έτσι όμως πάντα αδικούνταν
το ουσιαστικό
Φέτος θα το ομολογήσω
παραθέρισα στη βροχή
και νότισα ως το κόκαλο
στην αγάπη της

ΑΒ

Σαλιγκάρια

Είμαι σαλιγκάρι
Γλιστρώ στο χρόνο
με μια πικρή πατρίδα στην πλάτη
Σύρθηκα πάνω σε όνειρα
Τράφηκα με χόρτα προσδοκίας
κι ελπίδας
Πίσω μου αφήνω
δρόμους ζωής ματαιωμένης
που σβήνει η βροχή
τις νύχτες που σκαρφαλώνω
στα δέντρα
και κοιτώ τα δακρυσμένα σύννεφα
περιμένοντας να φεγγίσει
κάποιο αστέρι
Αλ.Β

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

Τα γεφύρια τα πέτρινα



Τα γεφύρια τα πέτρινα
δεν φοβούνται βοριάδες
Τα στοιχειώσαν οι άνθρωποι
με καημούς και με μνήμες
Τα γεφύρια τα πέτρινα
δεν τα ρίχνουν ποτάμια
νοτισμέν' από δάκρυα
η βροχή τα δροσίζει

Τα γεφύρια τα πέτρινα
φεύγουν μόνα τις νύχτες
κι ο λυγμός τους μακρόσυρτος
σαν θρακιώτικη γκάιντα

Α.Β

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

Η βοή του χρόνου


Ξάπλωσες στη γη
ομορφιά του Αυγούστου
Άκουσες βοή
απ’ τα πρωτοβρόχια
Άνεμοι καιροί
βρώσαν το κορμί σου
Οι ακροπαριές
ραγισμένα φύλλα
Στάλες η βροχή
ράντισε τα χείλη
Βούρκωσε η γη
βούρκωσαν κι οι μέρες
Πόσο μυστικά
μες στο καλοκαίρι
Έφερε ο νοτιάς
φθινοπώρου ρίγη


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Αλλιώτικα βράδια (τραγούδι)



Σε κάτι απόμερα σοκάκια νυχτωμένα
που το φεγγάρι τα ξεχνάει όταν βγει
που στις αυλές ρούχα δουλειάς είν’ απλωμένα
σε ντενεκέδες φυτεμένο γιασεμί

όταν ξωμάχος κουρασμένος ‘ρθει το βράδυ
καύτρες τσιγάρων θά χει αστέρια το σκοτάδι
κι αντί για φώτα και λαμπιόνια ίσως είδες
να φωσφορίζουνε μικρές πυγολαμπίδες

Γίνονται οι στέγες των φτωχών τις νύχτες βάρκες
ψυχές που χόρτασαν τους βράχους και τις ξέρες
στις θάλασσες του ουρανού τους κάνουν τσάρκες
και ονειρεύονται καλύτερες ημέρες

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Εώα επιτολή


Ξυπνάμε κι οι δυο νωρίς Σείριε
Εγώ τυραννισμένος
από τους καύσωνες
της ψυχής και των χρόνων
για να ανιχνεύσω
και πάλι
το τίποτα
στον σκοτεινό ουρανό
του δωματίου
Εσύ για να ετοιμάσεις
τα κυνικά σου καύματα
Εώα επιτολή
Εωθινή έγερση
για να παραδώσεις
αλύπητα
στα δόντια του καλοκαιριού
τα χαυνωμένα κορμιά
τα αποκαμωμένα
απ’ την βασανιστική επιθυμία
ενός μόνο καύματος
του έρωτα.΄
ΑΒ

Ομηρικό


Οι άτρωτοι
ηλίβατοι
με πάθη ακατέργαστα
για τους πολλούς
αδιάφοροι
προσκυνητές του εγώ τους
Ξυπνούν μονάχα
σαν τους πουν
«ο Πάτροκλος
εχάθη»
Με μαύρα δάκρυα
μετά
και φονική μανία
σέρνουν τον Έκτορα
γυμνό στων τύψεων
το άρμα
Ξεχνούν οι νάρκισσοι
ξεχνούν
την άνιπτη τη φτέρνα
Ξεχνούν και του Απόλλωνα
τα αιχμηρά τα βέλη
Κι έτσι την Τροία εκπορθούν
δυσώδεις Φιλοκτήτες
μειράκια Νεοπτόλεμοι
και κούφιοι δούρειοι ίπποι

ΑΒ
Ηλίβατος: Απόκρημνος. Λέξη ομηρική.

Το ταξίδι





Το ταξίδι είναι μέσα μας ή δίπλα
Ξεκινά όταν χάνεις τον εαυτό σου
Και περιμένεις στο σταθμό
Με μια μικρή βαλίτσα στο χέρι
Ή όταν αρχίζεις να κερδίζεις
Την ελευθερία των τρομαγμένων πουλιών
Που πετώντας για το νότο
Με το φόβο του κυνηγού στην καρδιά τους
Ξέρουν
Πως το μεγαλύτερο κλουβί
Είν' η συνήθεια

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Πενήντα χρόνια



Πενήντα χρόνια

σε μια θάλασσα βαθιά

Πενήντα χρόνια

με μια σάρκινη σχεδία

Πίσω μου σύντροφοι

πού έχουνε χαθεί

Πιο πίσω ακόμη

μια καμένη Τροία

Πενήντα χρόνια

με τα ίδια τα κουπιά

Ίδιο δοιάκι

σ' αγριοκαίρια και ευδία

Μπροστά μου πέλαγα

αφρισμένα και θολά

Δεν βρήκα Φαίακες

Δεν βρήκα Ωγυγία



Πού είν' η Ιθάκη

του Οδυσσέα πλοηγέ;

Πού 'ναι της Ίντιας

τα φανάρια Καββαδία;

ΑΒ