Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Ξάπλωσες στη γη
ομορφιά του Αυγούστου
Άκουσες βοή
απ' τα πρωτοβρόχια
Άνεμοι πικροί
βρώσαν το κορμί σου
οι ακροπαριές
ραγισμένα φύλλα
Δέντρα με χρυσό
έντυσαν τον κόσμο
Μια δαγκωματιά
τα υγρά σου μάτια
Σαν χαρταετοί
καθαρή Δευτέρα
μνήμες και καιροί
στις ακτές του χρόνου
Μια ζεστή βροχή
μέρα διψασμένη
ράντισε τη γη
κέντησε το χώμα
Κι άνθισε με μιας
της αγάπης χρώμα
κι άνθισαν με μιας
μύριοι κατιφέδες

Αραράτ


Τα πουλιά
που γέμισαν τον ουρανό μας
δεν είναι από κείνα που φέρνουν
την άνοιξη
Είναι εκείνα που δεν γνώρισαν
άνοιξη
Τα πουλιά
που καταφτάνουν
στις ακτές μας
δεν είναι θαλασσοπούλια
της χαράς
Είναι πουλιά
της φωτιάς
Ψάχνουν
κλαδί ελιάς
σημάδι
ότι το κακό πέρασε
κι ουράνιο τόξο
σημάδι
ότι έκλεισε πίσω τους
η πόρτα
της κόλασης


ΑΒ

Άσε το σώμα μου

Άσε το σώμα μου
να γίνει η βάρκα σου
τα χέρια μου
το λίκνο των παιδιών σου
Τα παλιά μου
ρούχα
η γιορτή
της Σκηνοπηγίας σου
Το χώμα μου
η κουβέρτα
των νεκρών σου
Πίστεψέ με
Αν δεν σε σηκώσω
στους ώμους μου
δεν έχω σώμα
Αν μου στερήσεις
το χάδι
δεν έχω χέρια
ούτε ρούχα
αν δεν μοιραστείς
τα ρούχα μου
Μάθε ακόμα αδελφέ μου
πως δεν έχω καν πατρίδα
αν δεν αγκαλιάσει
η γη τους νεκρούς σου


Α.Β

Πρωινές ασκήσεις


Bρέχει πάντα τέτοιαν ἐποχή
βρέχει στη θλιμμένη πολιτεία
κει που λες πως τέλειωσαν τα κρύα
σ’ εγκλωβίζει πάλι η γκρίζ’ απόχη

Όπως οι φαντάροι στη σκοπιά
νύχτες με χιονιά φορούν τη χλαίνη
βλέπεις τις ειδήσεις σκεπασμένη
με κουβέρτα. «Κλείσανε τα Σκόπια»

Μετανάστις είσαι μιας πληγής
που δεν βρίσκει κάπου να προσφύγει
μέσα σου χρονίζει ένα «επείγει»
αδιέξοδο, στα ίδια καταλήγεις


Α.Β

Μου λείπεις


Κάτι βολβοί
-θυμάμαι
έναν Σεπτέμβρη
τους έβαλες
Δεν σκέφτηκα ποτέ
ότι θα φύγεις
Ξερό το χώμα
κι εκείνοι
ξεχασμένοι
Και η αυλή σου
αφρόντιστη
πνιγμένη
μεσ' στους κισσούς
τ’ αγριόχορτα
τη σκόνη-
εδέησαν
την άνοιξη
κι ανθίσαν
Γέμισε
άρωμα και χρώματα
η αυλή
Φύτρωσαν
φρέζιες
γυάκινθοι
κυκλάμινα
-Έκλαιγα δίχως άμυνα-
Κίτρινοι νάρκισσοι στην άκρη
Και στην καρδιά
του παρτεριού
μια αγκαλιά
τουλίπες


Α.Β

Στην Επίδαυρο


Ξεναγηθήκαν
στην Επίδαυρο
Περπάτησαν
σε μονοπάτια αρχαία
μ' αρώματα
που ανέκαθεν
απ' τα λουλούδια
απλώνονταν
στον ιατήριο τόπο
Στο θέατρο
όλοι άγγιξαν
του χρόνου τη θυμέλη
κι ύστερα κάθισαν
σεμνά
στα λαξευτά εδώλια
Η ξεναγός μιλούσε
εκτενώς
για υποκριτές
το κοίλον
τη σκηνή
τα προσωπεία
τις μηχανές
και την ορχήστρα
Εκείνος
ξάπλωσε
πιο κει
σαν σε εκκύκλημα
πριν να 'μπει στη σκηνή
σ' έναν γυμνό
λοφίσκο
και χάιδευε
με δέος το σεπτό
το προαιώνιο
χώμα
με τους αρίφνητους νεκρούς
τις πονεμένες μνήμες


Α.Β

Κάτι νύχτες


Είναι κάτι νύχτες
που δεν ξημερώνουν
Σκοτεινές και μυστήριες
σαν μαύρες τρύπες
στους γαλαξίες της μνήμης
Κρύβουν μέσα τους
πιεσμένα αισθήματα
αναπάντητα "γιατί"
κι αναφιλητά
Είναι κάτι νύχτες
που δεν ξημερώνουν
αδιαφανείς
κι αινιγματικές
με βαρυτική δύναμη
ικανή
να καταπιεί
στην απύθμενη
άβυσσό τους
το φως
τις όμορφες στιγμές
κι εν τέλει
το σύμπαν
της πενιχρής
μας ύπαρξης


Α.Β