Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Οκτώβρης της μνήμης 2


Κάποιοι κοντά σου ψιθυρίζαν το ψαλτήρι
Έξω βροχή απ’ το πρωί λυσσούσε
Αέρας τα μαλλιά μας τυραννούσε
Κόσμος πολύς, σαν να ΄ταν πανηγύρι

Μες στην καρδιά μου θύελλα βουβή
και στο μυαλό μου σύγχυση και τρέλα
Σ’ εξόδιο ουρανό γκρι και μαβή
βγήκα κρατώντας τη δική σου την ομπρέλα

Χρόνος


Η κοπέλα που περνά
αδιάφορη μιλώντας στο κινητό
κρατώντας απ' το χέρι ένα παιδί
που δεν θα μπορούσε να είναι
δικό σου

Ο γέρος που ξεχάστηκε
στο φθινοπωρινό παγκάκι
βυθισμένος στις σκέψεις του
ενώ εσύ κάθεσαι στο απέναντι
και τον κοιτάς

Οι παλιοί συμμαθητές
που σε ρωτούν κάθε φορά
γιατί δεν πήγες στην προ πενταετίας
συγκέντρωση

Οι μαθητές της νεότητας
που λένε απορημένοι
"μας ξεχάσατε, κύριε;"

Κι εκείνο το
"πρέπει σήμερα να θυμηθώ"
που κολλάς με postit στο ψυγείο
δίπλα σε άλλα "πρέπει να θυμηθώ"
που δεν θυμήθηκες
Όλο το υλικό μας
χτίστηκε πάνω
σε ένα παιδικό καλοκαίρι
Με τη ζεστή πνοή της αγάπης
υψώθηκε το αερόστατό μας
Μας τραβούν τώρα με γάντζους
και σκοινιά
Φωνάζουν "εδώ είναι η ζωή"
"κατέβα"
Μα πώς να ξεχάσει
ένας που γνώρισε
τον ουρανό;
Κάτω από κασκόλ
παλτά και καπέλα
σε κάθε ευκαιρία
θα μελετάμε τα σύννεφα
θα ξεχνιόμαστε κοιτώντας
τα πουλιά
και τ' αεροπλάνα

Θεσσαλία

Τα σπίτια μας
ήταν από χώμα
Ευρύχωροι τάφοι
πάνω στο νοτισμένο κάμπο
Οι άνθρωποί μας
όταν έφευγαν
πήγαιναν στη Γερμανία
ή στο διπλανό δωμάτιο
το μονίμως κλειστό
κι έπαιρναν μια θέση
ανάμεσα στις φωτογραφίες
στη σερβάντα
Γι’ αυτό τα τραγούδια μας
μοιρολόγια
Γι’ αυτό οι κραυγές μας
ανακάλεμα
και τα μάτια μας
σκοτεινά
φορτωμένα χειμώνα

Διάλογοι


Ήσουν απ’ τα παιδιά
που στρίμωξαν στην τσέπη τους
κομμάτια γνήσιο ουρανό
κείνο το απόγευμα της δωρεάς
των αγγέλων
Κι ύστερα με μια παρέα φοιτητών
μιαν άνοιξη είδατε ένα σύννεφο
με παντελόνια
Ήταν τότε που μεθυσμένοι
με τρικυμισμένα χείλη
δώσατε υπόσχεση
ότι ποτέ δεν θα παραδώσετε
τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
στη σκόνη του καιρού
Όμως
ως κεραυνοί
ή ως πλήγματα επάλληλα της Μοίρας,
επί των πτώσεων ενέσκηψαν αι πτώσεις
στο σώμα στην ενθύμηση, πονάς
Κι έτσι όπως βρέχει
αδιάκοπα
στον κάμπο τον θλιμμένο
η ποίηση
μια ομπρέλα
να ξεχνάς

Η πιστή οικονόμος


Κι έτσι κλείσαμε
τις πόρτες
και γυρίσαμε το κλειδί
για να μην εμφιλοχωρεί
η εγκαρδιότητα
και μας πληγώνει
για να μην διεισδύει η αγάπη
και θλιβόμαστε
για να μην αντιλαμβάνονται
οι απέξω
ότι το σπίτι
είναι πια μαυσωλείο
Τα δέντρα και τα φυτά στην αυλή
τό 'νιωσαν
Άπλωσαν τα κλαδιά τους
φούντωσαν
κι έφτιαξαν έναν φράχτη
αδιαπέραστο
σε οποιοδήποτε βλέμμα
κι αέρα ανανέωσης
Μόνο η σκόνη κατέβαινε
και επικάθονταν
καθημερινά
ανενόχλητη
σαν την πιστή οικονόμο
που επιμένει
να προσφέρει
τις υπηρεσίες της
ακόμα κι όταν
δεν την αμείβουν
Κάποτε άφηνα
όπου νά'ναι τα όνειρά μου
Σαν τείχη υψώθηκαν
και πέφτω
πάνω τους
Κάποτε διψούσα
για καινούριους δρόμους
Δεν ξέρω πια
από πού
να γυρίσω πίσω
Χωρίς σπαθί
χωρίς μίτο
χωρίς ελπίδα
Αριάδνης
Αναμένω
την ελεημοσύνη
του μινώταυρου
Ακούω
τους βρυχηθμούς
και τα τριξίματα
μέσα μου

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Κενό

Όταν βρέθηκαν στο κενό
στην αρχή αισθάνθηκαν
την ηδονή του πετάγματος
το ξεγέλασμα της εναιώρησης
την αναμέτρηση με τον άνεμο
Μετά κατάλαβαν την πτώση
Το κτήμα μου
πετρώδες και λεπτόγαιο
Λίγα λουλούδια ανθίζουν
στου ουρανού το δάκρυ
Λίγα λουλούδια
που μιλούν
για τ’ ήλιου τα χαμόγελα
Το κτήμα μου
σκαρφαλωμένο
στη βίγλα της βροχής
σε ψάχνει
Κι αν δεν σε δει
γίνεται έρημος

Ό,τι μπορεί κανείς


Ταΐστε το εφήμερο
Οι "Πέρσες"θέλουν
Μαραθώνα και Σαλαμίνα
Ο "Προμηθέας Δεσμώτης"
τα κομμένα χέρια
του Κυναίγειρου
Κι οι "Ευμενίδες"
να 'σαι έτοιμος
για μια χελώνα
στο κεφάλι
Κάτι μέρες
σαν τη σημερινή
που καταφθάνουν
στη φυλακή μας
ασθμαίνοντας
μ' ένα τσαλακωμένο
δέμα ουρανού
κι ένα σπιρτόκουτο
καλοκαιριού στην τσέπη
Που μας φιλούν
με μια ανάσα ζεστή
μας ανακατεύουν
με χάδια τα μαλλιά
κι αφήνουν φεύγοντας
ένα πυροκόκκινο βούρκωμα
στα βουνά
Κάτι μέρες
σαν τη σημερινή
δεν ξέρω
ακριβώς γιατί
αλλά
ελπίζω

Τραγούδι ενός θλιμμένου Φθινοπώρου


Είχε τ' απόγευμα εκείνο λες δακρύσει
σαν νά 'ταν ξένο στου καιρού τα άλλα
Τσιγάρα ανάβαμε, ο ήλιος προς τη δύση
Και μες στα μάτια σου μια θλίψη τα μεγάλα

Η νύχτα έγειρε και έσβησε η μέρα
Το φως πώς να αντέξει τόσο πόνο;
Κάποιος που πέρασε μας είπε "καλησπέρα"
Μονάχη χάθηκες σκιά μέσα στο χρόνο

Ποια τύχη, ποιος διωγμός και ποια πορεία
μια καταχνιά μας άφησε στον ώμο
Είχαμε στην αγάπη ευκαιρία
μικροί όμως κι ανίδεοι δεν βρήκαμε το δρόμο
Στο βραδινό μου περίπατο
φυσούσε
Έσκυψε ένα παιχνιδιάρικο
κλαδί σφενταμιάς
και με φίλησε
Κι άφησε πάνω στους ώμους μου
τόσο χρυσάφι
που ούτε ο βασιλιάς Σολομών
ἐν πάση τη δόξη αυτού
δεν αξιώθηκε

Πρωινοί ήχοι


Βγήκα στο μπαλκόνι
να καλωσορίσω τη μέρα
Κατέφτανε το φως
"με μουσικές εξαίσιες"
Μητέρες στοργικές
ξυπνούσαν τα παιδιά
για το σχολείο
ενώ από μακριά
με ολόγλυκες
κοριτσίστικες φωνές
αθώες παράνυφοι
τραγουδούσαν
επιτετραμμένες στην υποδοχή
του νυμφίου
οι καμπάνες

Ταξίδια


Καθόταν σε μιαν άκρη με το καλάμι του και ψάρευε
Όσα πουλιά έπιανε τα κοίταζε προσεκτικά
Αν ήταν μικρά τα έριχνε πίσω στον ουρανό
Αν ήταν μεγάλα τα ρωτούσε αν μπορούσαν να τον πάρουν μαζί τους
Τα περισσότερα τον κορόιδευαν
Του έλεγαν "ναι" και μόλις τα άφηνε πετούσαν μακριά
Τώρα στην άκρη του ουρανού υπάρχει μόνο ένα καλάμι
και το μικρό ψαθάκι απ' το κεφάλι του
Ποιος ξέρει τι ν' απέγινε
Ίσως να ταξιδεύει
Τραγουδάω τις νύχτες
Δεν ξέρω αν είναι αναμνήσεις
μαθημάτων ωδικής
παραμιλητά απελπισίας
ή οι πρώτοι φθόγγοι
μιας φράσης ελπίδας
Τραγουδάω τις νύχτες
εν υπνώσει μεθυσμένος
μεθυσμένος εν εκστάσει
ή εκστασιασμένος εν ονείρω;
Δεν θα μάθω ποτέ
την απάντηση
Δυστυχώς
ο ύπνος όπως και η φιλοσοφία
θέτουν μόνο ερωτήματα
Χαίρε
χέρι πονεμένων το στήριγμα

χαίρε
χάδι των αγγέλων το άγγιγμα

χαίρε
χώρα πληγωμένη του σώματος

χαίρε
χαρά της αγάπης απαύγασμα


Χαίρε
ζέρμπερα που ανθίζεις φθινόπωρο
χαίρε
ελπίδα του χειμώνα πανήγυρη
χαίρε ζωή
της φθοράς η ανάκληση
Χαίρε Ζωή
και σεις πάντοτε
χαίρετε

Προσευχή

Κύριε
συγχώρησέ μας
που γράφουμε ποίηση
Νιώθουμε ζεστασιά
όπως το παιδί
που πιπιλά
το δάχτυλό του
Βαθιά η άγνοιά μας
όπως του βρέφους
που δεν ξέρει
τη σπουδαιότητα
του αντίχειρα
Δίδαξέ μας
Κύριε
Δώσε μας μια ευκαιρία
να κοιτάξουμε
την αγάπη στα μάτια

Οκτώβρης της μνήμης 2


Κάποιοι κοντά σου ψιθυρίζαν το ψαλτήρι
Έξω βροχή απ’ το πρωί λυσσούσε
Αέρας τα μαλλιά μας τυραννούσε
Κόσμος πολύς, σαν να ΄ταν πανηγύρι

Μες στην καρδιά μου θύελλα βουβή
και στο μυαλό μου σύγχυση και τρέλα
Σ’ εξόδιο ουρανό γκρι και μαβή
βγήκα κρατώντας τη δική σου την ομπρέλα

ΑΒ

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Οκτώβρης της μνήμης


Με πήρε η θεία μου να πάμε στο χωριό
Ήταν Οκτώβρης, μεσημέρι, Τρίτη
Δυο τρία ρείκια στο μικρό το πλυσταριό
δίπλα στο πλίθινο το γερασμένο σπίτι
Άρχισ' εκείνη βιαστικά να καθαρίζει
Κάθισα εγώ στα σκαλοπάτια μόνος
Είχε η ψυχή μου πάψει πλέον να ελπίζει
Άδεια η σκέψη μου και άδειος λες ο χρόνος
Κοιτούσα επίμονα στο βάθος πέρα
Νωρίς τ' απόγευμα έφεραν τον πατέρα


Αλέξανδρος Βαναργιώτης