Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Ζεστό ψωμί μοιρασμένο με φίλους


Μάζευα υλικό
Και θησαύριζα
Νόμιζα σπουδαία
Όσα έκανα
"Γερά σκαριά"
Που θα σκίζαν
Τα πέλαγα
Ήρθες ένα βράδυ
Στον ύπνο μου
"Τους φίλους να καλέσεις"
Eπέμενες
Κι είδα αδειανό
Το τραπέζι μου
Με λειψά φαγητά
Και μπαγιάτικα
"Δώσε τους ψωμί"
Μου ψιθύρισες
"Οι φίλοι και με λίγα
Φιλεύονται"
Μού ‘ρθε μυρωδιά
Που με τρέλανε
Σ’ ένα φούρνο δίπλα
Ξεφούρνιζαν
Έφερε ο πατέρας
Το κάνιστρο
Ψωμί της αγάπης
Το γέμισε
Κι έπαιρνα κομμάτια
Και μοίραζα
Κι έπαιρνα κομμάτια
Και έτρωγα


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Απόκριες


Δεν αγάπησα ποτέ
την αποκριά
Η ψυχή μου
είχε αλλεργία
στα ακάρεα
ετεροπροσωπίας
Κι οι καθαρές Δευτέρες
μια θλίψη μού 'φερναν
με τόσους απελπισμένους
χαρταετούς
Προτιμώ τα δακρυσμένα
σύννεφα
από τις μέρες
χωρίς ουρανό
που η καλούμπα
τυραννικά
συγκρατεί
κάθε ελπίδα
να νικηθεί η βαρύτητα


Α.Β
Θυμάμαι όταν ήμασταν μικρά
που η μητέρα
κάθε που έπλενε ρούχα στην αυλή
μας άφηνε κλεισμένα στο σπίτι
Κάθε τόσο όμως
άνοιγε την πόρτα
"Μη φοβάστε" μας έλεγε
"εδώ είμαι"
Και συνεχίζαμε να παίζουμε
αμέριμνα στο ημίφως
του δωματίου
Έτσι ένας ήλιος
σήμερα
άνοιξε την πόρτα της άνοιξης
Ζεστός, παρηγορητικός
παυσίλυπος
"Μη φοβάστε" είπε
"Σε λίγες μέρες θά 'χουμε
Ανάσταση"

Α.Β
Δεν θα απολογηθώ
Είναι γνωστή η κατάστασή μας
Ράθυμοι
Δεν μεριμνήσαμε για λάδι
και σβήσαν τα λυχνάρια μας
Γλυκιά η μέθη των απολαύσεων
Παραδοθήκαμε
Θα ακούσουμε πάλι το γλέντι
εκτός του νυμφώνος
Θ' ακολουθήσουμε
την πομπή του γάμου
στο τέλος
με τα κεφάλια σκυμμένα
ως Χαναναίοι
εσθίοντες από των ψιχίων
των πιπτόντων από της τραπέζης
και βοώντες
Παιδιόθεν ασθενούμεν, Κύριε
Βοήθει ημίν τη απιστία


Α.Β

Τα χτυπήματα


Δυο ποτήρια που προσπαθούν
να ενωθούν σπάζουν
Δυο πέτρες που προσπαθούν να ενωθούν
συντρίβονται
Τα πυκνά υγρά επιπολάζουν
Θα γίνουμε αίμα
Θα γίνουμε δάκρυ
Θα υποστούμε εμπαιγμούς
κόλαφους, φραγγέλια
Θα τανυστούμε σε σταυρό
Και όταν μας τρυπήσουν
με λόγχη στα πλευρά
θα τρέξει αίμα και νερό
Τότε θα συναντήσουμε
τα ποτάμια των ανθρώπων
Τότε θα αγγίξουμε την ουσία
του άλλου
την ουσία μας

Α.Β
Προσπάθησε σκληρά
ν' ανταποκριθεί στις προσδοκίες
των γονιών
Όλες κλεισμένες στ' όνομά του
Ιούδας, δηλαδή, " Ο Θεός έχει υμνηθεί"
Έδειχν' ακριβοδίκαιος
γι' αυτό οι μαθητές τού 'δωσαν το ταμείο
Του κακοφάνηκε
με την αδελφή του Ελεάζαρ
Όχι που σκούπισε με τα μαλλιά της
τα πόδια του Ιησού
μα για τα τριακόσια δηνάρια
του αρώματος
που θα δίνονταν σε φιλανθρωπίες
κι επιπλέον γιατί ο Ιησούς τον επετίμησε
όταν βρήκε το θάρρος και παραπονέθηκε
"Μα Κύριε..." μονάχα πρόφθασε να πει
Μια σύγχυση βαθιά τον δίχαζε
Η σκέψη του στο πρέπον κολλημένη
προσπέρασε εκ γενετής τυφλούς
Παράλυτους να κουβαλούν κρεβάτια
Πληγώθηκε "Ποιος είν' αυτός;..."
γι' αυτό μετά το δείπνο, στις Ελιές
τον έδωσε μ' ένα φιλί
Ύστερα πήγε και έφτιαξε θηλιά
όπως αυτοί που δεν αγάπησαν ποτέ
και νιώθουν κι απ' τον εαυτό τους
προδομένοι

Α.Β
Θ' αναστηθεί ο Χριστός
Πρόσθεσαν κι άλλες κουστωδίες
και λίθους
Όμως βραδείς τη καρδία κι ανόητοι
δεν ξέρουν τι τους γίνεται
Ο ληστής με τα ματωμένα
μέλη
θα πει μνήσθητι
Η πόρνη
συντετριμμένη
θα δείξει τα μυρωμένα
μαλλιά της
Οι απελπισμένοι
οι διψασμένοι
οι εν φυλακή
θ' αναφωνήσουν
ελέησον
κι η κυρα Δήμητρα
θ' ακουμπήσει στη χάρη του
την κούραση της αγάπης
να φροντίσει
παιδιά κι εγγόνια
Τότε θ' αποκυλιστούν οι λίθοι
θα σκορπιστούν οι κουστωδίες
κι ο νεανίσκος
περιβεβλημένος λευκή στολή
θα πει: ἠγέρθη οὐκ ἔστιν ὧδε...

Α.Β