Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Τέλειωσαν πάλι οι γιορτές
Θλιμμένοι, άντε, μαζευτείτε
Τα βράδια στις κουβέρτες σας κρυφτείτε
Όπως και πέρσι, όπως και χθες

Άδεια φωλιά ξανά η επαρχία
Μισογεμάτα αναχώρησαν τα τραίνα
Σαν μετανάστες στης πατρίδας μας τα ξένα
Με δόσεις ΔΝΤ η ευτυχία

Φυσάει, βγάζει ήλιο, βρέχει
Κανείς δεν ξέρει πια τι να φορέσει
Σε ποιο μπουφάν η θλίψη να χωρέσει
Ξεχείλισ' η καρδιά και δεν αντέχει

Αγάπη ξεχασμένη σ' άλλα χρόνια
Μόνη χαρά, σ' αναζητώ και δεν σε βρίσκω
Ζω μηρυκάζοντας το τελευταίο ρίσκο
Να κάνουν ματ στο βασιλιά τα πιόνια 


Α.Β
Σαν φαύλος κύκλος η ζωή
ώσπου να κλείσει μια πληγή
άλλη φυτρώνει
Βγαίνει ο ήλιος μια στιγμή
κι ύστερα σύννεφα ξανά
και βρέχει σκόνη.
Σπρώξε τη μέρα να διαβεί
τη νύχτα κράτησε γερά
μην ξημερώσει
Γιατί ο ήλιος σαν θα βγει
αδιάφορος και δυνατός
θα σε πληγώσει
Α.Β
Εξακολουθώ να υπάρχω
γιατί μερικές φορές μες στα στενά
μου γνέφουν ακόμη απλωμένες μπουγάδες
Μπορώ έτσι να ονειρεύομαι
-έστω για λίγο-
τον καιρό που δεν μας είχε
η ζωή προσπεράσει

Μας προσπέρασε η ζωή
Ευτυχία
όπως τότε που άργησε
η μητέρα να 'ρθεί
και βλέπαμε από μακριά να φεύγει
το λεωφορείο που θα μας πήγαινε
για το καλοκαιρινό μπάνιο

Μας προσπέρασε
Έσπασε το φράγμα του χρόνου
κι η μνήμη πλημμύρισε
πάνω απ' το αύριο

Δεν μεριμνήσαμε
επαρκώς Ευτυχία
για μια βάρκα, μια σχεδία
ή ένα σωσίβιο

Δε μεριμνήσαμε επαρκώς
Από τώρα και στο εξής
θα παλεύουμε
γυμνοί με τα κύματα


Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Έχω καιρό να 'ρθω μητέρα
Όμως ακόμη
μ' επισκέπτεσαι εσύ
Όταν τις νύχτες
θλίψη με βαραίνει
"Τι έχεις;" με ρωτάς
στα όνειρά μου
Κι ανθίζουν τότε
στις παρειές
τα δάκρυά μου
Τις έγνοιες μου
σου λέω
για το παιδί


Α.Β
Όταν δυο άνθρωποι
περπατούν χέρι χέρι
οι ήσκιοι που
τους ακολουθούν
ενωμένοι
σαν φερμουάρ
κλείνουν πίσω τους
τα χάσματα
κι αποκαθιστούν
την ενότητα
του χώρου
και
του χρόνου

Α.Β
Πόσον καιρό
σε σταυροδρόμια γνώσης
σκότωνα
της άγνοιας
το νείκος
Τώρα μπορώ
να την αποδεχτώ
Κοιμήθηκα μαζί της
Κι έγινα φίλος σου
μεγάλε στοχαστή
πού 'πιες το κώνειο
για κείνο το
"ουκ οίδα"
Τον ορισμό
της ποίησης
μας έδινες
"αειροή κι αστάθεια"
Τα πάντα φευ
πώς φεύγουν
Κινήσεις της ψυχής
της μνήμης
τ' όνειρου
Σωμάτων μετατόπιση
τευτονικών πλακών
ή εποχών του χρόνου
Ποτάμια καταρρέοντα
Ατρύγητοι ωκεανοί
και μέλανες
Σύμπαντα σκοτεινά
της άγνοιας
ω γνώση!


Α. Βαναργιώτης

Σε περίμενα
εκείνο το φθινόπωρο
Αργούσες και σκάλιζα
σ' ένα κορμό
ανάμεσα σε καρδιές
και ονόματα
τ' όνομά σου
Σκάλιζα
με την απελπισία
που οι φυλακισμένοι
γράφουν στον τοίχο
"αύριο"
Όσο αργούσες
τόσο έσκαβα βαθύτερα
την πληγή
Έπεφταν πάνω μου
κίτρινα φύλλα
"Το δέντρο δακρύζει"
σκέφτηκα
Ίσως όμως πάλι
να μην δάκρυζε
Απλώς γνώριζε από πριν
πώς δεν θα 'ρθεις
γιατί στην αγάπη
μόνο πηγαίνεις
Ήξερε επίσης καλά
με τόσα στίγματα
ματαιότητας πάνω του
πως
η αγάπη δεν έχει
ονόματα
μονάχα πρόσωπα
μονάχα πρόσωπα
χαμένα στο πλήθος


Α. Βαναργιώτης

χαικού

Με το στυλό τους
ερέτες του αύριο
κωπηλατούνε


Για αστρολάβο
στου κόσμου το έρεβος
έχουν τη σκέψη


Τριαντάφυλλο
η ζωή τους π' άνθισε
σε καταιγίδα


Πώς φουρφουρίζει
στα φτερά των πελαργών
το καλοκαίρι

Θέρος


Γραφεία παραθερισμών
εν μέσω
αναισχύντων θερισμών
Πτωχεύσεις, τουρισμός
τόμπολα
Ιράκ, Παλαιστίνη
Έμπολα

Παραφωνία
τα γυμνά κορμιά
των αναισθήτως
λιαζομένων
στην αφωνία
που γεννά
θέα νεκρών
και
διαμελισμένων

Θλιμμένος άνεμος
κουνά
τα ξέφτια
της παλιάς αιώρας
Δίχως να ξέρει
τραγουδά
το requiem
μιας μικρούλας
χώρας


Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Κάπως έτσι θά'ταν
κείνα τα καλοκαίρια
του πολέμου
Κάπως έτσι
κείνος ο Ιούλιος
της επιστράτευσης
Να κοιτά ο κόσμος
τη θάλασσα
κι αυτή να αφρίζει
όλο πίκρα και πόνο

Μπύρα πικρή
σερβιτόρος σκυφτός
θάλασσα άξενη
εσωστρεφής
γεμάτη μυστικά
από τους νεκρούς
που ναυάγησαν
στην αλμύρα
του χρόνου


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

pancratium maritimum


Θα αντέξουμε
Το χειμώνα θα πίνουμε
τα δάκρυά μας
θα φυλλώνουμε
τις ελπίδες μας
και το καλοκαίρι
θ' ανθίζουμε τη στέρηση
Όπως τα κρινάκια
της θάλασσας
που απ' τις θηραικές τοιχογραφιες
επιμένουν ν' ανθίζουν
στους άνυδρους
αμμόλοφους
πάνω από τα θαμμένα
πυροβολεία
των αλλοτινών πολέμων


Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Έτσι ζεστός
θα φύγει ο Αύγουστος
Δαγκώνει μες στα δόντια του
μια θλίψη
Πλάγιασε ο ήλιος
άλλαξε το φως
λίγη χαρά
μες στην καρδιά
έχω κρύψει
Φθίνουν οπώρες
στις χωματερές
Στο Ιράκ
θα επιτεθεί πάλι
η Δύση
Αυξάνουν στα συσσίτια
οι ουρές
ο γόρδιος δεσμός
δεν έχει λύση
Έτσι ζεστός
θα φύγει ο Αύγουστος
σαν κάθε Αύγουστο
μ' ένα μελτέμι θλίψη

Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Τώρα θα πάω στο νησί
Τώρα, που φεύγουν
τα καράβια φορτωμένα
Θα μπω σε άδειες εκκλησιές
ν' ανάψω τα καντήλια
Θ' αγγίξω πόρτες γέρικες
σοβάδες φουσκωμένους
Θα πάρω απ' τα πλακόστρωτα
χαμένα σκουλαρίκια
μαντίλια που πατήθηκαν
σπασμένα κομπολόγια
Θα ανασάνω μυρωδιές
που πίσω ξεχαστήκαν
ξεθυμασμέν’ αρώματα
κορμάκια ιδρωμένα
Ένα καφέ μετά θα πιω
στην άκρη της πλατείας
του ανέμου άθυρμα κι εγώ
με τα πεσμένα φύλλα


Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Μας είπαν:
"Βγείτε λίγο απ' το σπίτι
Μια βόλτα μέχρι την πλατεία
Να σας χτυπήσει ο ήλιος
Θα μουχλιάσετε"
Ήξεραν τι μαγεία έχει
ο δρόμος
Γι' αυτό μας δώσανε
χοντρά παπούτσια
Είχαμε όμως την ασθένεια
της λύπης
Γυρίζαμε από τύμβο
σ' άλλο τύμβο
Χορτάσαμε νεκρούς
και ιστορία
Τώρα που επιστρέψαμε
στο σπίτι
Μ' ένα χαμόγελο
"Πατέρα γύρισα
Μητέρα!"
Το σπίτι άλλο ένα
μαυσωλείο
Μισοθαμμένο
κάτω από τη σκόνη
"Βγείτε στο δρόμο"
Λέμε στα παιδιά μας
και τους φοράμε δυο φτερά
στους ώμους
Ελπίζοντας
μια μέρα να πετάξουν
Φεύγουν εκείνα
κρύα, μαργωμένα
Στα μάτια έχουν
του Ίκαρου τη θλίψη
"Βρέχει πολύ
πατέρα, λεν
στα ξένα"


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Τα σχολικά βιβλία


Φτάνουν ολοκαίνουρια
Μυρίζουν χλώριο και κόλλα
Θα στριμωχτούν μετά σε τσάντες
Ανάμεσα σε κινητά και κασετίνες
Μπουκαλάκια νερού
Και μισοφαγωμένες τυρόπιτες
Θα ρυτιδιάσουν τα εξώφυλλα
Και θα σκιστούν
Λαδιές και μουτζούρες
Θα επιβεβαιώνουν την κακή σχέση
Στο τέλος θα περάσουν
Όπως όλα
Στην ανακύκλωση του χρόνου

Κείνες τις σελίδες σκέφτομαι
Λίγο μετά τη μέση
Που δεν θα διαβαστούν ποτέ
Την ύλη που δεν τέλειωσε
Κείνες τις σελίδες σκέφτομαι
Που περικλείουν τα σημαντικότερα
Και τι συγκυρία
Τα σπουδαιότερα πράγματα
Να γράφονται πάντα
Στο τέλος


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Αμφίπολη


Αμφιλαφής
Προέκυψε
Σε τόσο άδειο χώρο
Όταν πονούν
Οι ζωντανοί
Συνομιλούν με τάφους
Βαρύ το ανακάλημα
Μα δεν υπάρχει όρκος
Κι η Αρετή βολεύτηκε
Βρήκε δουλειά στα ξένα
Κάτοπτρα μοιάζουν οι νεκροί
Μ’ ελπίδα αν ανασπώνται
Δεν έχουν σύννεφο άλογο
Ούτ’ άστρο χαλινάρι
Και δεν μυρίζουν λιβανιές
Μονάχα διαψεύσεις


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Τέχνη


Τέχνη είναι
ο μακρύς μονόλογος
η δήθεν συζήτηση
με τους ήσκιους σου
όταν φοβάσαι
Τέχνη είναι όταν ανοίγεις
κοίτες για να διοχετεύσεις
τους χειμάρρους που ξεχείλισαν
μέσα σου
Μετά να θάβεις τους πνιγμένους
εαυτούς σου
και να μοιράζεις
στα ορφανά αισθήματα
χαρταετούς
για να μην ξεχάσουν πως
υπάρχει ουρανός
Τέχνη είναι
ν' αποζητάς την αγάπη
κι όταν τη βρίσκεις
να γίνεσαι απ' την αρχή
βρέφος στην αγκαλιά της
για να θηλάσεις
τη μυρωδια του τριαντάφυλλου
το χρώμα της άνοιξης
και το χάδι του ανέμου
απ' το επερχόμενο καλοκαίρι
Τέχνη είναι να κοιτάς
το χθες
όπως ο οδοιπόρος
το δρόμο που τον έφερε
Να αγαπάς το αύριο
γιατί δεν υπάρχει
και να πίνεις το σήμερα
όπως οι ηλικιωμένοι
τον απογευματινό
καφέ τους
Τέχνη είναι να ζεις
Να λαχταράς την ανάσα
όπως το παιδί τα δώρα
κάτω από το
Χριστουγεννιάτικο δέντρο
Τέχνη είναι να ζεις

Μα ποιος στ' αλήθεια
μπόρεσε
την τέχνη
να ορίσει;

Αλέξανδρος Βαναργιώτης