Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Δυσανεξίες



Στα παιδικά μου αναγνώσματα
υπήρχαν ήρωες 
που με αυτοθυσία αγωνίζονταν
για το δίκιο
και την ελευθερία
Γιώργος Θαλάσσης
Τζιμ Άνταμς
Μπλεκ, Ζαγκόρ, Όμπραξ
Κάπταιν Μαρκ, Ζορό
Οι οικογένειες
ήταν μεγάλες
Κάθονταν όλοι μαζί
στο κυριακάτικο τραπέζι
-ιδέτε την οικογένεια-
Ζούσαν σε μικρά σπίτια στο λιβάδι
και είχαν τα περίεργα ονόματα
Ιγκλς ή Ουώλτονς
Οι σκλάβοι ελευθερώνονταν
Πέθανε ο μπάρμπα Θωμάς
μα γλίτωσε η Ελίζα
Με όλα αυτά που μεγάλωσα
πώς να δεχθεί τώρα
η ψυχή μου τον φόβο
πώς να συνηθίσει το ξεπούλημα
το τέλμα
Πώς ν' αντέξει τη μοναξιά
Σαν νάρκη μαζεύτηκαν
μέσα μου
και δεν υπάρχει πια
λοχίας Σάντερς
να την απασφαλίσει
Σβήνουν τα βράδια ένα ένα
τα φωτεινά παράθυρα του χθες
και με καληνυχτίζουν
Μετά βυθίζομαι στο απόλυτο
σκοτάδι

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Θεσσαλονίκη 2 Δωμάτιο με θέα



Η φωτογραφία δική μου


Δεν ξέρω αν μπορεί να περιγραφεί
η μοναξιά που αποπνέουν
ο ριγωτός κυματισμός της θάλασσας
ο παγωμένος αέρας, το πρωινό ψύχος
τα φορτηγά πλοία
που περιμένουν στο λιμάνι
Όμως
στη χριστουγεννιάτικη πλατεία
τα καρουζέλ περιστρέφονται
παιδιά κρατούν μπαλόνια με ήλιο
κι είναι τόσο χαρούμενα
που διώχνουν τη θλίψη
των σκουριασμένων πλοίων
Νικούν την ψύχρα
της χειμωνιάτικης θάλασσας

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Θεσσαλονίκη 1


Η φωτογραφία δική μου

Παλιές βρόμικες πολυκατοικίες
μυρωδιά μούχλας κι υγρασίας
στενά φοβικά 
κακοφωτισμένα δρομάκια
κι ανάμεσα
μικρές πέτρινες
βυζαντινές εκκλησίες
ρωμαϊκές αγορές
τουρκικά λουτρά
και κτήρια Art Nouveau
που ταξιδεύουν στο χρόνο
γλιστρώντας στην ομίχλη
του Θερμαϊκού
που τα τυλίγει όλα
σαν μια ερωτική αγκαλιά
πού 'χει τη δύναμη να ενώνει
και να συναρμόζει
τα ετερόκλητα

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Η κιβωτός



Πίστευα πάντα στην αγάπη
Σ' όλες τις μάχες ηττήθηκα
Τα δάκρυά μου πλάτυναν τη θάλασσα
Σ' όλες τις ήττες σταυρώθηκα
Τώρα απάνω μου απλώνουν πανιά
Ταξίδι χωρίς κατάρτι δεν γίνεται
ούτε καράβι ταξιδεύει δίχως θάλασσα
Πίστευα πάντα στην αγάπη
κι έγινα μία κιβωτός
να προστατεύσω μέσα μου
ό,τι σώζεται

Αλέξανδρος Βαναργιώτης