Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Νύχτες στο Λούνα Παρκ

(Το αφιερώνω στον φίλο μου Αγαθοκλή Αζέλη, γιατί ο πρώτος τίτλος που μου ήρθε στο νου ήταν εωθινές επιγνώσεις)
Τις νύχτες κλαιν
τα παραμύθια
κλαιν τα κουκιά
και τα ρεβύθια
και μια γοργόνα
απ’την Ανάφη
για μένα πού ‘μεινε
στο ράφι
Μικρός τα βράδια
που φοβόμουν
πρίγκιψ να γίνω
ονειρευόμουν
δίπλα μου νά 'χω
στο κρεβάτι
τη Σταχτοπούτα
ή τη Χιονάτη
Πρίγκιψ δεν έγινα
ποτέ
χρωστάω ΔΕΗ
χρωστάω ΟΤΕ
Πάπια δεν είδα
να ‘ναι κύκνος
Με παίρνει
δύσκολα ο ύπνος
Όμπραξ, Ζαγκόρ
Μαρκ
και Θαλάσση
σαν Λούνα Παρκ
μοιάζει η πλάση
Καθένας μπαίνει
στη σειρά του
να δει το γύρο
του θανάτου
Κι εγώ που τόσα
είχα ελπίσει
έτσι το θέλησε
η φύση
δειλός γραφιάς
ενθάδε κείμαι
κι ούτε ένας
ήρωας
δεν είμαι

Α.Β

Το βλέμμα


Έφυγες νωρίς πατέρα
Μια μέρα καθημερινή
Συνηθισμένοι να λείπεις
τις νύχτες
νομίζαμε ότι είσαι εσύ
όταν ακούγαμε βήματα
στο δρόμο
Δεν κοίταξες πίσω
πατέρα
Η μητέρα πού και πού
επιστρέφει
ρίχνει κλεφτές ματιές
ρωτάει τι φάγαμε
μας μαλώνει
Δεν κοίταξες πίσω
Ίσως για να μη δούμε
που δακρύζεις
Έμεινες στις φωτογραφίες
εικόνα μακρινή
με τη στολή
κι ένα βλέμμα λυπημένο
χωρίς επεξηγήσεις
Κι εμείς δεν μάθαμε
ποτέ
τι σε πίκρανε
τόσο πατέρα

Α.Β

Λεύκα


Όλου του κόσμου
οι μουσικές
στα φύλλα σου
θροΐζουν
Σαν παιχνιδίζεις
με το φως
οι ήσκιοι
μεθυσμένοι
Κρύβεις
μες στα χαμόγελα
καλά τη μοναξιά
σου
και σπας
βουβά
χορεύοντας
μια νύχτα

με βαρδάρη

ΑΒ

Η μύηση


Θ’ αποθέσουμε τα ενδύματά μας ένα ένα
Στου χρόνου τα ιερά να μυηθούμε
Μέχρι στης ύπνωσης τη λήθη να χαθούμε
-Τα τρομαγμένα μάτια μου θ’ αναζητούν εσένα-
Σαν το παιδί θα είμαι φοβισμένος
Που ψάχνει απεγνωσμένα τον πατέρα
Στ’ απόκρημνα μεθόρια του επέκεινα, του πέρα
Απ’ το κορμί νιώθεις μακριά κι απ’ τη μορφή σου ξένος
Μόνη χαρά κοντά κι εγώ όμοιος ομοίω
Με ταπεινούς που αντιπαλεύουν μιαν ασθένεια
-Εικόνα μακρινή στων εύρωστων την έγνοια-
Στο Γενικό θα μπω Νοσοκομείο

ΑΒ

Σκωπτικό


Τρελάθηκαν
οι λέξεις
στις γιορτές
και κατεβήκαν
σ' απεργία διαρκείας
Ζητούν βαρέα
κι ανθυγιεινά
Απλήρωτες παλιές
υπερωρίες
Χρόνια κι εγώ
παιδί της αγοράς
τις έμαθα τις κούφιες
ρητορείες
Παίρνω το ύφος
τεθλιμμένου συγγενή
και για μνημόνια μιλώ
και αβαρίες
για χρέη που τα φάγαμε μαζί
για μεταρρύθμιση στο χώρο
της παιδείας
Είναι άμαθες
από μαλαγανιά
τις πείθω
και δουλεύουν πια
σαν σκλάβοι
και επειδή
στα μάτια με κοιτούν
τα βράδια
τις κλειδώνω
στο σκοτάδι.

ΑΒ

Αφαιρέσεις


Δεν είναι ίδια η γειτονιά
Τα παιδιά
έγιναν χαμομήλια
στου Δομοκού
τα λιβάδια
Οι εραστές
νούφαρα
στη λίμνη
των Ιωαννίνων
Οι θρήσκοι
καστανιές
στα μονοπάτια
του Όρους
Με κάτι
απόκληρους
ξυπνάω τo πρωί
κάτι ταλαίπωρους
και κάτι κουρασμένους
Τις νύχτες
λένε γι’ άλλους
προσευχές
Ζουν
για να πιουν
έναν καφέ
κι αρχίζει η μέρα τους
όταν χαμογελάσεις

Α.Β

Εκκρεμότητες

Κάποτε η ζωή
μια εκκρεμότητα
ένας πορθμός
ανάμεσα σε
άγνωστες θάλασσες
Κι εσύ ένας κουτσός
μολυβένιος στρατιώτης
σε χάρτινη βάρκα
που βυθίζεται
ενώ σκέφτεσαι
μια όμορφη
χορεύτρια

Α.Β

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

Φως ιλαρό


Η κάμαρα ήταν φτωχική 

Ένα μικρό ισόγειο πίσω απ' την εκκλησία

Ένα ρολόι άκουγα την ώρα να σημαίνει 

Στο δρόμο τα χαράματα περνούσαν μεθυσμένοι

Το φως σαν κλέφτης τρύπωνε

κι όλα εξαίφνης γίνονταν σαν σκηνικό θεάτρου

Στο βάθος αχνοφαίνονταν το άβολο κρεβάτι

Λήθης τα χρόνια σάρωτρο μα πάντα μένει κάτι

μα πάντα μένει κάτι

άρτυμα νά' χει η ζωή

νήμα η ηλακάτη

Α.Β

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

Το χωράφι



Κείνο το χωράφι πατέρα
καλύτερα
να μην μου το είχες αφήσει
Κάτω απ’ τον ήλιο
γυναίκες με μαντίλες
κι άντρες φρυγμένοι απ’ την κάψα
το όργωσαν τους όργωσε
κι ήταν σκληρό το αλέτρι

Κληρονομιά του παππού...
-δεν έπρεπε να μου το αφήσεις πατέρα-
Πόση ιστορία στο χώμα ανασαίνει
κρυμμένη μες στου χρόνου το έλυτρο

Κείνο το χωράφι πατέρα
το αρπάζουν τώρα οι τράπεζες
βγάζουν στο σφυρί τ’ ανεκτίμητα
ξεπουλάνε όσο όσο τη μνήμη μας

Και δεν ξέρω, στ’ αλήθεια δεν ξέρω
τόσο πια η πατρίδα που μίκρυνε
πού θα βρώ μια γωνιά για να γείρω


Αλέξανδρος Βαναργιώτης