Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Ταξίδια




Καθόταν σε μιαν άκρη με το καλάμι του και ψάρευε
Όσα πουλιά έπιανε τα κοίταζε προσεκτικά
Αν ήταν μικρά τα έριχνε πίσω στον ουρανό
Αν ήταν μεγάλα τα ρωτούσε αν μπορούσαν να τον πάρουν μαζί τους 
Τα περισσότερα τον κορόιδευαν
Του έλεγαν "ναι" και μόλις τα άφηνε πετούσαν μακριά
Τώρα στην άκρη του ουρανού υπάρχει μόνο ένα καλάμι
και το μικρό ψαθάκι απ' το κεφάλι του
Ποιος ξέρει τι ν' απέγινε
Ίσως να ταξιδεύει

Αλέξανδρος Βαναργιώτη
ς

Τέσσερα χαικού

 

Σφιγμένα δόντια
της αμφισβήτησής μας 
τα χαμόγελα

Εν αγνοία μας...
Δήθεν δεν γνωρίζαμε
Δεν ακούσαμε...

Η γάτα κρύβει
μπαρμπέρικες λεπίδες
κάτ' απ' το χνούδι

Οι ψευδαισθήσεις
κατ' οίκον διδαχθείσαι
μας καθορίζουν

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Οι πρόσφυγες



Σε μια παλιά ταινία
ταξίδευαν πρόσφυγες πάνω σ' ένα 
σκουριασμένο πλοίο
Μια μάνα έσφιγγε ένα κοιμισμένο βρέφος 
στην αγκαλιά της
Εκείνο ξυπνούσε διαρκώς
πότε γιατί κρύωνε
πότε γιατί πεινούσε
Κοίταζε το σκοτάδι
τις σκιές των βασανισμένων
ανάσαινε τη θλίψη
γύρω του
κι έκλαιγε
Κάθε φορά η μητέρα το αποκοίμιζε
και τό 'κρυβε
όλο και πιο βαθιά στην αγκαλιά της
Στο τέλος δεν φαινόταν καθόλου
σαν να είχε γίνει ένα σώμα
με τη μητέρα

Να, αυτή είναι η σχέση μας με το χώμα
σκέφτηκα


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Για την ποίηση



Κύριε 
συγχώρησέ μας
που γράφουμε ποίηση
Νιώθουμε ζεστασιά
όπως το παιδί
που πιπιλά
το δάχτυλό του
Βαθιά η άγνοιά μας
όπως του βρέφους
που δεν ξέρει
τη σπουδαιότητα
του αντίχειρα
Δίδαξέ μας
Κύριε
Δώσε μας μια ευκαιρία
να κοιτάξουμε
την αγάπη στα μάτια

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

γήρας



Μια στοίβα ρούχα περιμένουν το σίδερο να τα ισιώσει
Μια στοίβα αισθήματα περιμένουν ένα χέρι να τα απλώσει
Τότε θα στρώσουν και οι ρυτίδες
Είναι της έγνοιας που μόνο νοιάζεται και δεν την νοιάζονται

Ναι, κάπως έτσι έρχεται το γήρας

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Πολυτεχνείο Σαράντα χρόνια μετά

Φωτογραφία: Πολυτεχνείο
Σαράντα χρόνια μετά

Πέντε άνθρωποι στην κεντρική πλατεία
Τρεις λόγοι και κατάθεση στεφάνων
Πορεία με  πανό διακόσια  μέτρα
απ' τον πεζόδρομο με τις καφετερίες
Α ναι, προτάθηκαν και δύο απεργίες
Δεόντως την τιμήσαμε τη μέρα
Μετά στα πέριξ όλοι για ουζάκια
και κουβεντούλες για τα μέτρα και την κρίση
Νά 'ξερες για ποιους πέθανες Διομήδη...

Πέντε άνθρωποι στην κεντρική πλατεία
Τρεις λόγοι και κατάθεση στεφάνων
Πορεία με πανό διακόσια μέτρα
απ' τον πεζόδρομο με τις καφετερίες
Α ναι, προτάθηκαν και δύο απεργίες
Δεόντως την τιμήσαμε τη μέρα
Μετά στα πέριξ όλοι για ουζάκια
και κουβεντούλες για τα μέτρα και την κρίση
Νά 'ξερες για ποιους πέθανες Διομήδη...

Ζωή σ' ένα δωμάτιο




Ένα τριάρι
κληρονομιά απ' τους γονείς
τα σύνορά μου

Κάποτε κατοικούσα
το σπίτι
Στο σαλόνι είχα γραφείο
Το μικρό δωμάτιο
ήταν φιλοξενίας
Τώρα μου φτάνει
ένας χώρος
Ψυχρό έχει γίνει το σαλόνι
γεμάτο σκόνη το γραφείο
και επισκέψεις έχω χρόνια
να δεχθώ
Εκείνον τον μικρό ξενώνα
τον είχα ολότελα ξεχάσει
μέχρι που τον θυμήθηκε
η βροχή
Όλο και πιο πολύ
ζω στο δωμάτιό μου
Έχει μια ζέστη εκεί
μια ησυχία
Τα βράδια
σαν τα έμβρυα κοιμάμαι
Πολλές φορές ακούω
την καρδιά μου
Όνειρα ημιτελή, ανολοκλήρωτα
γεννιούνται πίσω
απ' τα μισόκλειστα παντζούρια
Μισό φως, μισό σκοτάδι
Λίγη θλίψη, λίγη χαρά
Άλλωστε
το πολύ φως είναι σκληρό
για τους φυλακισμένους
Το καθόλου πάλι σε ζωντανούς
δεν ταιριάζει

Κάποτε κατοικούσα το σπίτι
Τώρα σαν σαλιγκάρι το κουβαλώ
στα μακρινά ταξίδια της μοναξιάς μου

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Μαλάρια



Λάμνω σ' απάνεμα νερά
θολά, βαλτώδη
καιρός υγρός 
και σκοτεινιά
τοπία ελώδη

Έθαψα σε βαθιές σπηλιές
ήχους αρμάτων και φωνές
από εφιάλτες
Ζω μ' αυταπάτες
και δανεικά

Θε μου τι σήψη
είχαμε κρύψει
ιδανικά

Ο τόπος όζει
και δεν μας σώζει
ούτε φωτιά

Αλέξανδρος Βαναργιώτης
malaria=(κυριολεκτικά)κακός αέρας, ελονοσία

Ως εκλείπει καπνός





Είναι θάνατος το τσιγάρο
Μ' αρέσει ωστόσο να μελετώ τον καπνό
όπως βγαίνει απ' τα χείλη μου
Εκχέεται με τη ρευστότητα της ζωής 
Σχηματίζει δαχτυλίδια
σαν τα πύρινα στεφάνια
που περνούν ανάμεσά τους
τα δαμασμένα αγρίμια στο τσίρκο
ή κύματα
σαν τα κορμιά των γυναικών
που αγάπησα
Πότε ίπταται αιθέριος κι ονειρικός
και πότε σαν σκοτεινός εφιάλτης
σέρνεται γύρω μου
Μερικές φορές καθώς απομακρύνεται
θυμίζει επισεσυρμένη γραφή
δυσανάγνωστη
σαν τα μηνύματα
που στέλνει η ψυχή μου
Όπως και νά 'χει
το τσιγάρο είναι θάνατος
όμως ψηλά πάει ο καπνός
ενώ εγώ κολλημένος
στην κινούμενη άμμο
αδιαλείπτως βυθίζομαι

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Η πτήση

Ανέβηκα στον αετό
Πιάστηκα από το γερό λαιμό του
Ήξερα το τίμημα
Μου το είπε παλιά η μητέρα με παραμύθι
"Πρέπει να τον ταΐζεις με τις σάρκες σου"
Πετάμε χρόνια
Το σκοτάδι πυκνό
Το πηγάδι ατέλειωτο
Το σώμα μου γεμάτο πληγές
Φως πουθενά
Κάπου εδώ νομίζω
τελειώνουν τα παραμύθια
"Το έζησαν αυτοί καλά
κι εμείς καλύτερα"
είναι η απελπισία
που προσπάθησε η μάνα
να κρύψει

Η άλλη γλώσσα




Όλ’ αυτά καλά, σύμφωνοι,
μα δεν τα υποστηρίζουν τα μάτια σου
τα διαψεύδει τ’ άγγιγμά σου
και το γέλιο που
σαν πίδακας νερού εγκλωβισμένου
εκτινάσσεται
τις λέξεις αθετεί
τα λόγια σου
τ’ αρνείται

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Είπες πως θά 'ρθεις






Είπες πως θά 'ρθεις στις βροχές
όταν στους δρόμους τραγουδάνε
οι σταγόνες
Έχει απόψε ιντερμέδιο στις σιωπές
με κάτι αιθέριες glissando
πριμαντόνες
Είπες πως θά 'ρθεις με βροχή
Σε κάποιο ωδείο παιανίζει
μία μπάντα
Των αυτοκίνητων σφυρίζουν οι τροχοί
κι εγώ αμίλητος καπνίζω
στη βεράντα

Είπες πως θά 'ρθεις
Δεν πειράζει
Τι να πω;
Έχεις γεμίσει τη ζωή σου
τόσα άλλα
Έπιασε ψύχρα
πρέπει μέσα
πια να μπω
και να σκουπίσω
απ' την ψυχή μου
την ψιχάλα

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

πριμαντόνα: η υψίφωνος όπερας
Ιντερμέδιο: το μουσικό μέρος ανάμεσα σε δυο μέρη θεατρικής παράστασης
glissando:γλιστρώντας, πέρασμα από ένα ήχο στον επόμενο, ώστε να ακουστούν όλοι οι ενδιάμεσοι

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

Ολονυχτίες



Διανυκτερεύουμε απόψε
γιατί και η βροχή έχει ανάγκη
την έγνοια μας
Τόσες μοναχικές σταγόνες 
αναζητούν μια κοίτη ματιών
να κυλήσουν
Δεν ακούτε που χτυπούν
το παράθυρο;
Προσέξτε πώς κατηφορίζουν αργά
κοιτώντας ματαίως
Με πόση αξιοπρέπεια
κάνουν πως χαιρετούν
Με πόση λεπτότητα
χαμογελούν δήθεν αδιάφορα

Διανυκτερεύουμε απόψε
με τα παράθυμα ανοικτά
και προσκαλούμε τα νερά
μήπως ανθίσει κάποτε
η έρημος

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Σαν των μαρτύρων τις στρατιές



Τώρα που ανθίζει η μοναξιά
σε πάρκα και πλατείες
Στείλε, Θεέ μου, μια αγκαλιά
να λιγοστέψει η ερημιά
στου κόσμου τους παρίες

Τις μέρες κάνουνε ουρές
έξω από δήμους κι εκκλησιές
κάτι να φάνε
Τις νύχτες βγαίνουν σαν σκιές
σαν των μαρτύρων τις στρατιές
και τριγυρνάνε

Ψύχρανε κι άλλο ο καιρός
Έχουμε ανάγκη λίγο φως
Στις αμαρτίες μας, Θεέ μου, μη σταθείς

Στείλε έναν άνθρωπο, Θεέ μου, ένα χέρι
να γεννηθεί ελπίδα νά 'ρθει καλοκαίρι
στις πληγωμένες μας καρδιές ν' αναστηθείς

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Άσμα δημοτικοφανές (εις δεκαπεντασύλλαβον)



Φυσά βοριάς στην πόρτα σου
αέρας μανιασμένος
χτυπά παραθυρόφυλλα
σφυρίζει θυμωμένος

Σπάνε στα δέντρα τα κλαδιά
οι καλαμιές λυγίζουν
κι από το κρύο τα πουλιά
φεύγουν και δε γυρίζουν

Εγώ που χρόνια σ' αγαπώ
και δε φοβάμαι Χάρο
θα τον νικήσω το βοριά
και θά 'ρθω να σε πάρω

Φυσά βοριάς στο σπίτι σου
νοτιάς στην αγκαλιά μου
Άμα την πόρτα σου διαβώ
χαρά στη γειτονιά μου

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Πτώση



Είχε μια θλίψη 
το φθινόπωρο
που έφευγε
με μνήμες, επετείους
εξεγέρσεις
Ο χρόνος βάρος στα κορμιά μας
πρόσθετε
Ήμασταν ο κανόνας πια
κι οι εξαιρέσεις

Χθες στο παρκάκι
απρόσμενα
με φίλησαν στο μάγουλο
δυο φύλλα
Και δεν το κρύβω,
ένιωσα
μια πνιγηρή θανάτου
ανατριχίλα

Κίτρινο στρώμα
για να παίζει ο άνεμος
Να τρίζει σαν καημός
κάτω απ' το πέλμα
Ο ουρανός ήτανε πάντα
η έναρξη
Η γη το τελευταίο σύνορο
και τέρμα

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Πίσω απ' το χαμόγελο



Δεν είμαι ποιητής
Όλοι οι στίχοι μου είναι ΑμεΑ
Ή μάλλον η ψυχή μου είναι ΑμεΑ
Της λείπει ένα μάτι τρυφερότητας
Ένα αυτί συγκατάβασης
Ένα χάδι συγχώρεσης
Μα προπαντός της λείπουν
Δύο πόδια Αγάπης
Οι στίχοι μου λοιπόν
Είναι οι πατερίτσες μου
Το καροτσάκι
Το ακουστικό μου
Κι αν με βλέπετε να περπατώ
Αρτιμελής και περήφανος
Είναι γιατί έμαθα
Να κρύβω
Σε εικόνες
Το χάος

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Η πιστή οικονόμος



Κι έτσι κλείσαμε
τις πόρτες
και γυρίσαμε το κλειδί
για να μην εμφιλοχωρεί
η εγκαρδιότητα
και μας πληγώνει
για να μην διεισδύει η αγάπη
και θλιβόμαστε
για να μην αντιλαμβάνονται
οι απέξω
ότι το σπίτι
είναι πια μαυσωλείο
Τα δέντρα και τα φυτά στην αυλή
τό 'νιωσαν
Άπλωσαν τα κλαδιά τους
φούντωσαν
κι έφτιαξαν έναν φράχτη
αδιαπέραστο
σε οποιοδήποτε βλέμμα
κι αέρα ανανέωσης
Μόνο η σκόνη κατέβαινε
και επικάθονταν
καθημερινά
ανενόχλητη
σαν την πιστή οικονόμο
που επιμένει
να προσφέρει
τις υπηρεσίες της
ακόμα κι όταν
δεν την αμείβουν

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Περί πτερών



Έγραφες πάνω στο φτερό
δεύτε γλυκό τον ασπασμό
τον τελευταίο
Βιαστική σαν τη φωτιά
έκαιγες κι έφευγες μακριά
Το ξέρω, φταίω
Την είχα δει από καιρό
μες στων ματιών σου το χορό
κείνη την τρέλα
Έψαχνα όμως αφορμή
όταν του ολέθρου η ορμή
μού 'γνεψε "έλα"

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Του έρωτα η πάλη



Όταν δυο κορμιά ξαπλώνουν μαζί
και ανιχνεύουν το ένα το άλλο
είναι σαν τους φυλακισμένους 
σε διπλανό κελί
που χτυπούν συνθηματικά
θέλοντας να δώσουν το στίγμα τους
Όταν δύο κορμιά ενώνονται
είναι σαν πουλιά σε δωμάτιο
που προσπαθώντας να πετάξουν έξω
πέφτουν και ξαναπέφτουν στο κλειστό τζάμι
ψάχνοντας να βρουν κάπου άνοιγμα
Όταν δυο κορμιά ιδρωμένα λυτρώνονται
ήδη στον αρμό υπάρχει μια τρύπα
Εισχωρούν μυρωδιές και ήχοι
Μπορείς να δεις κάτι
αλλά περισσότερο να ελπίζεις
πως με λίγη προσπάθεια
θα βγάλεις το τούβλο
ίσως ανοίξεις παράθυρο
και στο τέλος τα δύο κελιά
μπορούν να λογίζονται σπίτι

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Ολίγο φως και μακρινό...
















Κάθε που επέστρεφα πατέρα 
στη θλίψη του προσώπου σου
έσφαζες πάντα ένα χαμόγελο
Κι είναι αυτό που η μνήμη 
μου κρατά
σαν φως
στους σκοτεινούς μου δρόμους
που χρόνια τώρα σε αναζητώ

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Της νύχτας












Τη νύχτα ν' αγαπάμε
των ποιητών, των εραστών,
των πονεμένων 
του ονείρου και του θάνατου
των κουρασμένων
Τη νύχτα ν' αγαπάμε
όπως οι πόρνες στο σταθμό
οι προδομένοι
οι άστεγοι, οι αμαρτωλοί
οι απελπισμένοι
Την νύχτα ν' αγαπάμε επειδή
με τόσο έρεβος και πένθος
φορτωμένη
μες στη σιγή 
κυοφορεί το φως
κι έχει μια ελπίδα
στο μανίκι της
κρυμμένη

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Εξαιρέσεις




Αγκάθια προστατεύουν το σκληρό κάστανο
Αγκάθια τον υδαρή αχινό
Αγκάθια τον παμφάγο σκαντζόχοιρο
και το εύθραυστο τριαντάφυλλο
Δεν υπάρχει κανόνας τελικά
Στην ύπαρξη
είμαστε όλοι
εξαιρέσεις

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Παραμυθίες















Για μια ακόμη φορά 
ένας μολυβένιος στρατιώτης
καίγεται στη φωτιά
χωρίς να μπορεί να διακρίνει
αν οι φλόγες είναι της αγάπης
ή του θανάτου
Δυστυχώς καμία πόρτα δεν ανοίγει
κανένα ρεύμα αέρα δεν φέρνει δίπλα του
την όμορφη χορεύτρια
Το πρωί μια λυπημένη καμαριέρα
φαντάζεται
μια μολυβένια καρδιά
δίπλα σε ένα δαχτυλίδι
την ώρα που ξεσκονίζει
τη μοναξιά της
και μαζεύει από το τζάκι
τις κρύες στάχτες

Αλέξανδρος Βαναργιώτης