Πήγαινε πέρα δώθε η βάρκα από το κύμα άδεια κι είχε μια τραγικότητα μέσα στο κρύο και κάτω από τον γκρίζο ουρανό Θύμιζε τόσες άδειες αγκαλιές που περιφέρονται στο πλήθος μόνες χωρίς ελπίδα να τις επιλέξουν κι ας είναι πάντα ανοιχτές και πάντα τόσο πρόθυμες να σφίξουν στον φιλόξενό τους κόρφο την ερημιά των ανθρώπων
Διανυκτερεύουμε απόψε γιατί και η βροχή έχει ανάγκη την έγνοια μας Τόσες μοναχικές σταγόνες αναζητούν μια κοίτη ματιών να κυλήσουν Δεν ακούτε που χτυπούν το παράθυρο; Προσέξτε πώς κατηφορίζουν αργά κοιτώντας ματαίως Με πόση αξιοπρέπεια κάνουν πως χαιρετούν Με πόση λεπτότητα χαμογελούν δήθεν αδιάφορα
Διανυκτερεύουμε απόψε με τα παράθυμα ανοικτά και προσκαλούμε τα νερά μήπως ανθίσει κάποτε η έρημος
Για μια ακόμη φορά ένας μολυβένιος στρατιώτης καίγεται στη φωτιά χωρίς να μπορεί να διακρίνει αν οι φλόγες είναι της αγάπης ή του θανάτου Δυστυχώς καμία πόρτα δεν ανοίγει κανένα ρεύμα αέρα δεν φέρνει δίπλα του την όμορφη χορεύτρια Το πρωί μια λυπημένη καμαριέρα φαντάζεται μια μολυβένια καρδιά δίπλα σε ένα δαχτυλίδι την ώρα που ξεσκονίζει τη μοναξιά της και μαζεύει από το τζάκι τις κρύες στάχτες
Μείναμε μόνοι, πατέρα Σκισμένες σημαίες σε παλιά βενζινάδικα είμαστε Ξεχασμένες πινακίδες οδών που δεν σηματοδοτούν πια τίποτα Και δεν είναι που δεν θέλουμε να πιστέψουμε που δεν ψάξαμε έναν ώμο να ακουμπήσουμε Μα και οι φίλοι μ' ένα φορτίο θάνατο μας συναντούν Μ' ένα φορτίο θάνατο πατέρα
Με ξύπνησε ο ήχος της βροχής θρηνητικός κι απελπισμένος Το ψυχρό ρίπισμα ενός ανέμου υγρού και κρύου Φθινόπωρο είπα Κοίταξα μα δεν υπήρχαν φύλλα στο χώμα Δεν υπήρχε χώμα Μπροστά μου περνούσαν οχήματα και λεωφόροι -Πατέρα, φώναξα, πατέρα Δεν άκουσα την καθησυχαστική φωνή του Στ' αυτιά μου έφτασαν βουητά και λέξεις ασυνάρτητες όπως όταν απομακρύνεσαι σιγά σιγά από γιορτή χωρίς όμως να ξέρεις για πού αφού παντού η μοναξιά είναι ίδια Με επισκέφτηκε πάλι το σκοτεινό τ' αγκάλιασμα του χρόνου Με έσφιγγε όπως τους φυλακισμένους οι παγωμένοι τοίχοι της φυλακής που διαρκώς στενεύουν, στενεύουν μέχρι που γίνονται δέρμα τους, ενώ εκείνοι πασχίζουν να χαράξουν λευκές γραμμές διαφυγής τις μέρες τους -Πατέρα, φώναξα, πατέρα Εν μέσω σκιάς θανάτου, πατέρα Μου απάντησε πάλι ο βοριάς Τα δέντρα ήταν γυμνά και έβρεχε συνέχεια στην καρδιά μου
Να μπορείς να τρέχεις να κουνάς χέρια και πόδια να σκύβεις ευλύγιστα και να ακουμπάς τη γη
και νά 'ναι η ψυχή σου αδρανής σα μικρό παιδί που χάθηκε σε άγνωστη πόλη και στέκεται στην άκρη και κοιτά δακρυσμένο τους δρόμους χωρίς να ξέρει αν και ποιον πρέπει να πάρει αφού κανένας δεν οδηγεί στο σπίτι του
Τα κτήρια παλιά πέτρα και ώχρα γύρω πλατάνια αγέρωχα ο ουρανός πρασινογκρί ο ήλιος από ώρα έχει σβήσει και το φεγγάρι μ' έλλειψη -τσέρκι στραβό που περιμένει ένα παιδί σ' ένα στενό της φαντασίας να κυλήσει-
Τ' ασήμαντα το σκηνικό, τα σύνεργα στης μοναξιάς σου το μεθύσι Όταν πενθούν οι άνθρωποι δίνει παράσταση η φύση