Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Ένα παιδί



Θα ταξιδεύω διαρκώς μέσα στα χρόνια
Ένα παιδί
Φοράει ακόμα τα κοντά του παντελόνια
Ένα κλαδί
Κυπαρισσιού κρατά στο χέρι
Σαν άτια
Στα γνώριμα της μνήμης τ’ άγια μέρη
Δυο μάτια
Ορθάνοιχτα, καινούρια και αθώα
Πετούν
Πάνω από κύματα που έρχονται αθρόα
Κοιτούν
Κι έχουν καρδιά δεμένη στο ιστίο
Γελούν

Κι ας μην τους χάρισε η ζωή ένα αστείο

Τα διαπιστευτήρια


Έρχονται από τα μέρη
Των Σελευκιδών
Φίλα, Αντιοχίς
Ονόματα κρυμμένα
Στην άμμο
Παλμύρα
Βερενίκη, Απάμα
Έρχονται από τη Σμύρνη
Το Αϊβαλί, τη Φώκαια
Σε βάρκες
Με το σημάδι του θανάτου
Στην πλάτη
Και τα χνώτα
Της αγωνίας
Των παππούδων
Στις κρύες τσέπες
Κουβαλούν
Σπασμένες πέτρες
Τ’ αλφάβητο
Του πόνου
Που
Συλλαβίζουμε
Κι εμείς
Πώς
Να μην ανοίξουμε
Την πόρτα;


Α.Β

Τα δέντρα του χειμώνα


Είναι κάτι δέντρα
που ταιριάζουν
στο χειμώνα
Που ανασαίνουν
με ανακούφιση μόλις
πέσει το βράδυ
Είναι κάτι δέντρα
που ζουν σχεδόν αόρατα
μέρος σύνθεσης
ιμπρεσιονιστικού τοπίου
γκρίζων σύννεφων
και
κρύας απόγνωσης
Δεν ξέρουμε
αν έχουν
φωλιές στα κλαδιά
πώς ψιθυρίζουν
τα φύλλα τους
ή τι καρπούς
δένουν την άνοιξη
Στεκόμαστε
δίπλα τους
τόσο μόνο
όσο για
ν' ανακουφιστεί
ο σκύλος
Είναι κάτι δέντρα
που όταν διαβάζουμε
τα ονόματά τους
στις πίσω σελίδες
των εφημερίδων
μας θυμίζουν κάτι
κάτι μας θυμίζουν
μένει μετέωρη
η σκέψη μας για λίγο
και μετά αλλάζουμε
σελίδα