Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Θεσσαλονίκη 2Δωμάτιο με θέα



Δεν ξέρω αν μπορεί να περιγραφεί
η μοναξιά που αποπνέουν
ο ριγωτός κυματισμός της θάλασσας
ο παγωμένος αέρας, το πρωινό ψύχος
τα φορτηγά πλοία
που περιμένουν στο λιμάνι
Όμως
στη χριστουγεννιάτικη πλατεία
τα καρουζέλ περιστρέφονται
παιδιά κρατούν μπαλόνια με ήλιο
κι είναι τόσο χαρούμενα
που διώχνουν τη θλίψη
των σκουριασμένων πλοίων
Νικούν την ψύχρα
της χειμωνιάτικης θάλασσας

Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Ήσυχη νύχτα
σχεδόν καλοκαιρινή
Ακόμα και τα σκυλιά είχαν λουφάξει
Ένας νοτιάς ψιθύριζε στ' αυτιά μου
Ο Ωρίωνας ο κυνηγός
ξαπλωμένος στον ορίζοντα
είχε λες αποκοιμηθεί
Μονάχα μερικά σύννεφα
δάκρυζαν
Έπεφταν οι σταγόνες τους
στα μαλλιά, στα μάτια
και στο στόμα μου
Δεν ήταν δικά μου δάκρυα αυτά
Κείνη την ώρα έτυχε νά 'μαι
ο αποδέκτης κι ο διάμεσος
της θλίψης του κόσμου
Όπως οι πυλώνες του ΟΤΕ
που μεταφέρουν χιλιάδες μηνύματα
χωρίς ούτε ένα να 'ναι δικό τους
πέρα από τη μοναξιά τους
που δεν έχει αποδέκτες
και πλανιέται ανάμεσα
στα γυμνά κλαδιά
τις έρημες λεύκες
και πάνω από τον ήσυχο κάμπο
μερικές παράξενες νύχτες του Νοέμβρη
που κρατούν κάτι από καλοκαίρι

ΑΒ

Τραγούδια να περνούν οι μέρες


Είσαι μια θάλασσα
στου ουρανού την άκρη
μα ένα φθινόπωρο
τα μέσα σου βουρκώνει
Πού να αρχίζει ο καημός
και πού να τελειώνει
Απ’ τη ζωή ως το θάνατο
γλιστράμε σ’ ένα δάκρυ

Είσαι ένα κύμα
που υψώθηκε κι αφρίζει
Στη ράχη του βοριά ανέβηκε
και πάει
Κάπου θα βρεις μιά ακτή
που να σε αγαπάει
μια αγκαλιά που η αλμύρα
δεν θα τη φοβίζει

(Συγχωρήστε μου τις προσθαφαιρέσεις
Είναι παιχνίδι εν εξελίξει το τραγούδι
για να περνά η μέρα...)

ΑΒ

Ωριμότητα;


Να έχεις ένα σωρό
άτακτα παιδιά
μέσα σου
που θέλουν
να εκφραστούν
να φωνάξουν
ν’ αγγίξουν
και να τους λες
"είναι ώρα κοινής
ησυχίας"
Και μετά
να υπομένεις
εκείνο
το παράπονό τους
που σε διαλύει

ΑΒ
Σχεδίαζα σε χαρτί
όπως οι καπετάνιοι τραβούν γραμμές
σε ναυτικούς χάρτες
"Μην πιάσεις λιμάνι" μου είπες
"Τα πλοία που αφοπλίζονται
τα κάνουν καρφίτσες"
Κρύωνες πολύ
κείνο το βράδυ
Για να σε ζεστάνω έκαψα
όλα τα θλιμμένα μου ποιήματα
Κόκκινη φλόγα μάτωσε τα μάτια μας
Μαυροπούλια σκαρφάλωσαν στην καμινάδα
"Μην πιάσεις λιμάνι" μου είπες
Διψούσες
Για να πιεις
σου πρόσφερα
όλες τις πόσιμες λέξεις μου
"Μην πιάσεις λιμάνι" μου είπες
"Μη φοβηθείς"
Και μ' αποχαιρέτισες
με μια βροχή
σιβυλλικά
χωρίς να μου δώσεις
το χέρι

ΑΒ

Η μοίρα των τραίνων

Η μοίρα των τραίνων
να κόβουν αγκαλιές
να χωρίζουν φιλιά
σε κρύους σταθμούς
μετεπιβίβασης
Κι ύστερα
φεύγοντας
να σφυρίζουν
με έπαρση
στις αφύλακτες
διαβάσεις
για τα λάφυρα
άλλης μιας μέρας
Πάντα όμως ηττημένα
από τη μοναξιά τους
καθώς άδεια
τη νύχτα
θα συρθούν πάλι
στο σκοτεινό
αμαξοστάσιο
της θλίψης
ΑΒ
Ντροπαλές
Χαμογελώντας
Με άφατη γλύκα
και παιδική βουλιμία
Δυο εβδομηντάχρονες
Στο τραίνο
Μοιράζονταν
Και τρώγαν
Δρακουλίνια

ΑΒ
Κι όπως ταξιδεύαμε
τέλειωνε το φως
και μπαίναμε στη νύχτα
Και τότε έλαμψε
μέσα στην σύνθλιψη
των τοπίων
και των αισθημάτων
μια έγνοια μακρινή
Ένα πρόσωπο
ανάμεσα στο χθες
και το σήμερα
Ένα βλέμμα ανεπίδοτο
μα ελπιδοφόρο
με την ελπίδα που γεννά
κάποτε η ανάγκη
και το ανέφικτο

ΑΒ
Έφυγες Βαγγέλη
μια μέρα
που στα σχολεία
παιάνιζαν
μουσικές
κι οι μαθητές
κοιτούσαν
επίμονα
την άδεια
καρέκλα σου
Έφυγες
χωρίς ακορντεόν
και κιθάρα
Δεν είχα λουλούδια
να σου αφήσω
Κείνα τα χρόνια
Βαγγέλη
της μακρινής εφηβείας
που περπατούσαμε
ανάμεσα στη θάλασσα
και στα μάτια των κοριτσιών
και έντυναν ως τώρα
τους κρύους χειμώνες μας
Κείνα τα χρόνια
άφησα στην αγκαλιά σου
Κείνες τις μέρες
της χαράς
και τις εξαίσιες μουσικές
των ονείρων
ανακρούει και η μπάντα
του μυστικού θιάσου
που σε υποδέχεται
Άκου…

Άδεια χρόνια

Άδεια χρόνια
Κρατιόμαστε
από τις επετείους
όπως από την κουπαστή
εκείνοι που κατεβαίνουν
σάπια σκάλα
Κρύος καιρός
κι ο Νοέμβρης
γδέρνει την ψυχή
με αποχωρισμούς
και μνήμες
Γυρνώ στους δρόμους
σου
ρακοσυλλέκτης ομορφιάς
για να στολίσω
ένα χριστουγεννιάτικο
δέντρο στη μέρα

ΑΒ

Χυλός με αλεύρι


Μικρός
δαγκώνοντας
ένα καρύδι
έσπασα
τον δεξιό κοπτήρα
Αν και πονούσα πολύ
στο ιατρείο συγκράτησα
εντυπωσιασμένος
τη λέξη "πολφός"
Για καιρό
την μηρύκαζα καθημερινά
Μετά έφτιαξα ένα ποίημα
για ένα ρυάκι
στην εξοχή
που το αναστάτωνε
το απαλό φύσημα του ανέμου
και ταξίδευε κάτω απ' το φως
Δεν ξέρω πια πού μπορεί
να βρίσκεται το παιδικό ποίημα
Όμως τη μέρα εκείνη
στον οδοντίατρο
κατανόησα
πως
σπάζοντας δόντια
κερδίζεις
την ποίηση

Α. Β
Πολφός(αρχαία λέξη) =χυλός με αλεύρι

Στάξε λίγη αγάπη στα χείλη μου



Στάξε λίγη αγάπη
στα χείλη μου
σα μνήμη παιδικών
Χριστουγέννων
κι εγώ θα φέρω
καλοκαίρι
στην πόρτα σου
να ζεσταθεί
το κοριτσάκι
με τα σπίρτα
Στάξε λίγη αγάπη
στα χείλη μου
και δεν θα σκεπάσει
το χιόνι
τον μπαρμπα Γιαννιό
τον Έρωντα
Λίγη αγάπη
κι ίσως
δεν πεθάνουν
από το κρύο
και την πείνα
οι εξόριστοι
του Πόκερ Φλατ

ΑΒ
Αντέγραφα από τα μάτια σου
στο διαγώνισμα του κόσμου
Αποβλήθηκα οριστικά
όμως από τότε κουβαλάω
κείνο το γαλάζιο που κοιτούσες

ΑΒ
Είχε μάθει τόσο πολύ
να ζει κρυμμένος
στον ήσκιο του
ώστε δεν ένιωσε
καμιά ταραχή
όταν διαπίστωσε
κάποτε
ότι δεν είχε πια
σώμα

ΑΒ

Αν συναντήσετε ποιητή


Αν ποτέ συναντήσετε
αληθινό ποιητή
θα είναι ρακένδυτος
Μην τον ντύσετε
Μόνος του πλήγωσε
τα ρούχα
για να βρίσκει
δρόμο
η τυφλή έμπνευση

Όταν τρέχετε
στη χαρά
μην πάρετε μαζί σας
ποιητή
Το άσθμα του
θα σας καθυστερήσει
θα μείνει πίσω
στα μισά του δρόμου
κι εσείς ίσως χάσετε
αυτό που κυνηγούσατε
Θα προσπαθήσει
μετά να σας παρηγορήσει
με ζωγραφιές λαγών
και λουλουδιών
σαν να λέμε
συσκευασμένο
σάντουιτς
για το γεύμα
που στερηθήκατε

Ζωή κοντά σε ποιητή
σημαίνει
σε τόπο
με βρύσες
να επιλέγεις
ένα πηγάδι
με λιγοστό
νερό
να αντέχεις
τις δηλητηριώδεις
αναθυμιάσεις του
την ώρα της άντλησης
με μόνη ανταμοιβή
μερικά
σπάνια
αγριολούλουδα
που φυτρώνουν
στις άκρες
από χάσματα
και
γκρεμούς

ΑΒ

Η λέξη


Απόψε μου περίσσεψε μια λέξη
φέγγριζε αχνά και με καλούσε στο σκοτάδι
σαν φανοστάτης ένα κρύο βράδυ
ή μιας μυστήριας γυναίκας έλξη

Μια λέξη μου περίσσεψε απόψε
με ομορφιά μαυλιστική κοιτούσε
σ’ ένα παιχνίδι αβέβαιο καλούσε
σαν τον κρουπιέρη που προστάζει «κόψε»

Μια λέξη απόψε περισσεύει
μόνη της ξέμεινε στην άκρη της σελίδας
όπως καημός μιας ορφανής ελπίδας
που αφήνει πίσω η ζωή όταν μισεύει

ΑΒ

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

Το πρόσωπο της αγάπης


Στο δρόμο
ψίχουλα αγάπης
μην αφήνεις
-Με ψίχουλα
κανένας δεν χορταίνει-
Περαστικοί θα τα πατήσουν
ή θα τα πάρουν τα πουλιά
Κι αν κάποια μέρα
θα 'σαι διψασμένη
νερό πώς θα 'ρθω
να σου φέρω;
Στο πλήθος
πώς θα σε γνωρίσω
με τη μορφή σου
σκορπισμένη
και λειψή;

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Διανυκτερεύουμε απόψε


Διανυκτερεύουμε απόψε
γιατί και η βροχή έχει ανάγκη
την έγνοια μας
Τόσες μοναχικές σταγόνες
αναζητούν μια κοίτη ματιών
να κυλήσουν
Δεν ακούτε που χτυπούν
το παράθυρο;
Προσέξτε πώς κατηφορίζουν αργά
κοιτώντας ματαίως
Με πόση αξιοπρέπεια
κάνουν πως χαιρετούν
Με πόση λεπτότητα
χαμογελούν δήθεν αδιάφορα

Διανυκτερεύουμε απόψε
με τα παράθυμα ανοικτά
και προσκαλούμε τα νερά
μήπως ανθίσει κάποτε
η έρημος

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Εικονοστάσια


Στις βραδινές περιπλανήσεις
στα όρια της πόλης
στο ψύχος της νύχτας
παρηγοριά τα αναμμένα εικονοστάσια
Άγρια η λέξη «θνήσκω»
αλλά ταιριάζει στους νέους
Οι άλλοι φεύγουν
είναι οι αποδημήσαντες
οι κεκοιμημένοι
Οι νέοι σκοτώνονται, πεθαίνουν, χάνονται
και σκίζουν τις καρδιές των ζωντανών
Ευλογημένα τα χέρια
που ανάβουν τα καντηλέρια
της μνήμης
που σπαράζει μέσα μας
και νουθετεί
και ιλεώνει

ΑΒ

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Κάποτε άφηνα
όπου νά'ναι τα όνειρά μου
Σαν τείχη υψώθηκαν
και πέφτω
πάνω τους
Κάποτε διψούσα
για καινούριους δρόμους
Δεν ξέρω πια
από πού
να γυρίσω πίσω
Χωρίς σπαθί
χωρίς μίτο
χωρίς ελπίδα
Αριάδνης
αναμένω
την ελεημοσύνη
του μινώταυρου
Ακούω
τους βρυχηθμούς
και τα τριξίματα
μέσα μου

ΑΒ

Η πιστή οικονόμος


Κι έτσι κλείσαμε
τις πόρτες
και γυρίσαμε το κλειδί
για να μην εμφιλοχωρεί
η εγκαρδιότητα
και μας πληγώνει
για να μην διεισδύει η αγάπη
και θλιβόμαστε
για να μην αντιλαμβάνονται
οι απέξω
ότι το σπίτι
είναι πια μαυσωλείο
Τα δέντρα και τα φυτά στην αυλή
τό 'νιωσαν
Άπλωσαν τα κλαδιά τους
φούντωσαν
κι έφτιαξαν έναν φράχτη
αδιαπέραστο
σε οποιοδήποτε βλέμμα
κι αέρα ανανέωσης
Μόνο η σκόνη κατέβαινε
και επικαθόταν
καθημερινά
ανενόχλητη
σαν την πιστή οικονόμο
που επιμένει
να προσφέρει
τις υπηρεσίες της
ακόμα κι όταν
δεν την αμείβουν

Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Βγες απ' την πόρτα
Η ομορφιά προσμένει
και τη ματιά σου

Δυο λεύκες μόνες
μια μέρα που φυσούσε
αγκαλιαστήκαν
Άδεια από τ΄Άουσβιτς τα τραίνα
γυρνούν για σένα και για μένα
Θα μας φορτώσουν πριν νυχτώσει
Κάποιοι ήδη έχουνε προδώσει
Εκείνοι οι δήθεν πικραμένοι
οι άχρηστοι κι οι βολεμένοι
που πόθησαν την εξουσία
γιατί δεν είχανε αξία
Από κοντά σαν στρατιώτες
κάτι καημένοι "πατριώτες"
που βγάλανε από τη μούχλα
τη σβάστικα και μαύρα ρούχα
Θά 'χουν γυμνά μόνο τα χέρια
για να κραδαίνουν τα μαχαίρια

Αύριο για Άουσβιτς τα τραίνα
θα φύγουν πάλι φορτωμένα...

Αλαργινό ταξίδι


Στα μάτια σου
η μοναξιά
των ποντοπόρων πλοίων
Πρέπει αλμύρα κι άγνωστο
πολύ να αγαπούν
ν’ αντέχουν την επίμονη
ρότα των πηδαλίων
οι ναύκληροι
που πάνω σου
θα ναυτολογηθούν

ΑΒ
Μετά τον ενθουσιασμό
τα μεγάλα λόγια
και την εθνική υπερηφάνεια
ας μετρήσουμε πάλι τις πληγές μας
Σκληρή η μάχη με το "φαίνεσθαι"
Κι ακόμη σκληρότερη η ερημιά
που αφήνει
Κι ας προσευχηθούμε
τα μικρά του νηπιαγωγείου
που παρήλασαν
συγκινημένα
κουνώντας σημαιάκια
ν' αγαπήσουν
αληθινά την πατρίδα
με τους νεκρούς
τους τραυματισμένους
και τους ξένους της

ΑΒ

Κόκκος σινάπεως



Βυζαντινοί εσπερινοί
σε ήχο πλάγιο δεύτερο
οι στίχοι σου

Καημός ρεμπέτικος
με τρόπους υπολύδιους
το ήθος σου

Μας κέρασες μια σύζευξη αιώνων
με τις λέξεις σου

όπως ταιριάζει σ' εκλεκτούς
όπως και στους γενναίους

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Κρατήσου


Άγρια περιδίνηση μας σπρώχνει προς το κέντρο
Βουή που όλο αυξάνεται και καταρράχτης μοιάζει
Καζάνι πάνω σε φωτιά που δυνατά κοχλάζει
Κρατήσου, όσο σε κρατά της μνήμης σου το δέντρο

Αν αφεθείς στη στροφορμή, στο μάτι του κυκλώνα
θα καταλήξεις, στο κενό που ο κόσμος δεν γυρίζει
μα ηρεμία απλώνεται, τάφου σιωπή που τρίζει
Κρατήσ' όσο μπορείς σφιχτά στης πίστης τον πυλώνα

Του Μάελστρομ περιέγραψε τον ρούφουλα ο Πόε
Κει μέσα όποιος έπεσε κατέβηκε στον Άδη
Κρατήσου από μια αγκαλιά, αρπάξου απ' ένα χάδι
Φτιάξε με την αγάπη σου μια κιβωτό του Νώε

Α.Β

Ολίγο φως και μακρινό...


Κάθε που επέστρεφα πατέρα
στη θλίψη του προσώπου σου
έσφαζες πάντα ένα χαμόγελο
Κι είναι αυτό που η μνήμη
μου κρατά
σαν φως
στους σκοτεινούς μου δρόμους
που χρόνια τώρα σε αναζητώ

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Της νύχτας


"Τη νύχτα ν' αγαπάμε"
των ποιητών, των εραστών,
των πονεμένων
του ονείρου και του θάνατου
των κουρασμένων
Τη νύχτα ν' αγαπάμε
όπως οι πόρνες στο σταθμό
οι προδομένοι
οι άστεγοι, οι αμαρτωλοί
οι απελπισμένοι
Την νύχτα ν' αγαπάμε επειδή
με τόσο έρεβος και πένθος
φορτωμένη
μες στη σιγή
κυοφορεί το φως
κι έχει μια ελπίδα
στο μανίκι της
κρυμμένη

Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Αγκάθια προστατεύουν το σκληρό κάστανο
τον υδαρή αχινό
τον παμφάγο σκαντζόχοιρο
και το εύθραυστο τριαντάφυλλο
Εσένα σε ποια κατηγορία
να σε κατατάξω
με τόσα συρματοπλέγματα
γύρω σου;

ΑΒ
Στην ύπαρξη
δεν υπάρχουν κανόνες

Είμαστε όλοι
εξαιρέσεις

ΑΒ

Το ξύλινο πόδι της ποίησης


Για μια ακόμη φορά
ένας μολυβένιος στρατιώτης
καίγεται στη φωτιά
Καμία πόρτα δεν ανοίγει
κανένα ρεύμα αέρα δεν φέρνει δίπλα του
την όμορφη χορεύτρια
Το πρωί μια λυπημένη καμαριέρα
φαντάζεται
μια μολυβένια καρδιά
δίπλα σε ένα δαχτυλίδι
την ώρα που ξεσκονίζει
τη μοναξιά της
και μαζεύει από το τζάκι
τις κρύες στάχτες
ενός ποιήματος

ΑΒ