Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Χαρμολύπη



Παρ' όλη την αγάπη
το χαμόγελό σου
δεν αλάφρυνε ποτέ
Σαν βαρίδια καταβύθιζαν
τις άκρες των χειλιών σου
οι μνήμες αυτών
που σε πόνεσαν


Αλέξανδρος Βαναργιώτης


Μπορεί το σπίτι 
να 'χει πέσει από καιρό
όμως η πόρτα έμεινε ορθή 
κι οι παραστάδες
μήπως και τύχει κάποτε να 'ρθεις
από την είσοδο στα ερείπια να μπεις
όπως στα σπίτια μπαίνουν οι κυράδες

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Διαρρήκτης



Περνώ 
με τη μοτοσυκλέτα μου
τις νύχτες και γκαζώνω
Δεν είσαι κει
ούτ' ένα φως
ούτ' ένα νεύμα
Μπαίνω σαν κλέφτης
και αρπάζω ό,τι βρω
κι ό,τι χρειάζομαι
τα βράδια που κρυώνω
Βιαστικά, αγχωτικά
μη ρθει κανείς
σκοντάφτω, πέφτω
και ματώνω στα σκοτάδια
Παίρνω σπαράγματα
από παλιά φιλιά
κι από τα κάδρα
κάτι ραγισμένα χάδια
Πάντα ξεφεύγουν
κάποιες μνήμες ακριβές
χωμένες σε σεντόνια
στα ντουλάπια
ίχνη που αφήσαν
ιδρωμένοι εραστές
όταν ξαπλώσανε
στου χρόνου
τα κρεβάτια
Θά 'ρχομαι πάντα
και θα ψάχνω θες δε θες
για κείνο το ανεκτίμητο
το κάτι
όσο θα στάζουν
της ψυχής μου οι πληγές
κι είν' άδεια η ζωή μου
απ' αγάπη

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Έρως και έαρ



Ένας ζεστός νοτιάς
ριπίζει την ελπίδα
Στους δρόμους
άνθισαν χαμόγελα
Ο έρωτας τις πόρτες
γρατζουνάει
Ριγούν τα δέντρα
ολόγυμνα
Στις φλέβες
τώρα άνοιξη
κυλάει

Μα εσύ
σ' αλλοτινούς καιρούς
ξεχάστηκες χαρά μου
Ματαίως πνέει άνεμος
ματαίως τραγουδάει
Κάθε που ανάβει ο έσπερος
έρως με τυραννάει
Σκυφτός σου γράφω επιστολές
σε μαγεμένη γλώσσα
"Ελθέ, παρθένος, μετ' εμού"
Ελθέ, γλυκύ μου έαρ

Αλέξανδρος Βαναργιώτης


Σε όλη τη διαδρομή
έριχνε ψίχουλα 
να τρώνε τα πουλιά
Δεν είχε οδοδείχτες
-στο αύριο πηγαίνουμε τυφλά-
Δεν έβαζε σημάδια
και μίτο δεν κρατούσε
-Οι δρόμοι πάντα φεύγουνε μπροστά-
Κοίταξε πίσω του... σκιές
αλλά κανείς δεν τον ακολουθούσε
-Κάποιοι οδοιπόροι ίσως ξέμειναν στο χθες-
Φώναξε -τρις-
μα σκοτεινός αντίλαλος ηχούσε

Μοναχική πορεία
κι αλγεινή
Τη θλίψη του
ράμφιζαν
τα σπουργίτια

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

θεσσαλικό φεγγάρι



Ένα ολοστρόγγυλο ταψί
στην πυροστιά
των άστρων

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Όταν νυχτώνει

Όταν νυχτώνει
στην πόλη χάνομαι
και με τους ήσκιους μου 
γίνομαι ένα
Τη νύχτα οσφραίνομαι
Στη νύχτ' αφήνομαι
Νιώθω την άνοιξη
Νιώθω κι εσένα
Όταν με φίλησες
κράτησα μέσα μου
απ' την ανάσα σου
την ευωδία
Ήσκιοι, ημίφωτα
άνοιξη πού 'ρχεται
φιλιών ανάμνηση
και νοσταλγία
Υγρός ο άνεμος
σφυρίζει επίμονα
έξω απ' το σπίτι σου
ένα τραγούδι
Θυσία του έρωτα
από τον κήπο σου
το πρώτο που άνθισε
μικρό λουλούδι

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Υφάδι



Χρόνια υφαίνω
σ' αργαλειό 
το σάβανό μου
Όσο αργώ
αργεί και η μνηστεία
Έχω ιστορήσει
τις Σειρήνες
στο υφαντό μου
τη Χάρυβδη
την Κίρκη
και την Τροία
Στο τέλος τέλος
την αθώα Ναυσικά
να παίζει με τις φίλες της
στο κύμα
Η Καλυψώ
μου ήταν αδιάφορη
γι' αυτό και δεν χαράμισα
το νήμα
Τώρα νομίζω είναι καιρός
να βγάλω απ' τη φαρέτρα μου
τα βέλη
Τέλειωσε το υφάδι
Πηνελόπη μου
Έλα και βάλε
στη ζωή μου
ένα ρέλι

Αλέξανδρος Βαναργιώτης
















Πεθαίνει η νύχτα
το πρωί
τον ήλιο να γεννήσει
Κι ο σπόρος λιώνει
στη φθορά
ν' αναστηθεί το δέντρο
Τόσο κομμάτιασμα ψυχής
τόσο θανάτου μένος
θα φέρει κάποια άνοιξη;
Θ' ανθίσει ένα λουλούδι;

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

Πειραματισμοί κι επαληθεύσεις




Πήρε δυο λευκές κόλλες χαρτί
Ζωγράφισε πάνω τους ένα περιστέρι
Μετά βγήκε έξω
Φυσούσε ένα άγριο
χειμωνιάτικο ξεροβόρι
Δίπλωσε τρεις φορές
τις κόλλες μαζί
και τις πέταξε ψηλά
προς τη μεριά του ποταμού
Τις άρπαξε ο άνεμος
τις έσυρε
τις στριφογύρισε
τις τίναξε
κι αφού τις διαχώρισε
βιαίως
τις απομάκρυνε εντελώς
μεταξύ τους
Στο τέλος
η μία κατέληξε
βρόμικη και σχισμένη
στ' αγκάθια ενός θάμνου
και η άλλη στο ποτάμι
όπου βυθίστηκε και χάθηκε

Δεν περίμενε κάτι διαφορετικό
Δοκίμαζε να επαληθεύσει σε μοντέλο
αυτό που γνώριζε ότι ισχύει
στην πράξη
Δηλαδή την επενέργεια
θυελλωδών δυνάμεων
σε σχέσεις και ποιότητες υλικών

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Να προσέχεις



Να προσέχεις
Είναι ξηροπόταμος 
Ποτέ με δικά του νερά
Ποτέ συμφιλιωμένος με μια πηγή
Ό,τι βρέχει κατεβάζει
Πότε ασήμαντες νεροσυρμές
Πότε βαλτόνερα γεμάτα βατράχους
Και πότε τόνους λάσπης
που πνίγουν αφελείς
και εφησυχασμένους

Αλέξανδρος Βαναργιώτης


Τι μοναχικά πουλιά 
οι γερανοί
στο λιμάνι

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Χαρμολύπη



Παρ' όλη την αγάπη
το χαμόγελό σου
δεν αλάφρυνε ποτέ
Σαν βαρίδια καταβύθιζαν
τις άκρες των χειλιών σου
οι μνήμες αυτών
που σε πόνεσαν


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Η πόρτα



Μπορεί το σπίτι 
να 'χει πέσει από καιρό
όμως η πόρτα έμεινε ορθή 
κι οι παραστάδες
μήπως και τύχει κάποτε να 'ρθεις
από την είσοδο στα ερείπια να μπεις
όπως στα σπίτια μπαίνουν οι κυράδες


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Άτιτλο




Μού 'δωσες ραντεβού
στη σχολή τυφλών
Μια ώρα περίμενα
και δεν φάνηκες
Μετά κατάλαβα
την ειρωνεία

Αλέξανδρος Βαναργιώτης