Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

Μας είπαν:
"Βγείτε λίγο απ' το σπίτι
Μια βόλτα μέχρι την πλατεία
Να σας χτυπήσει ο ήλιος
Θα μουχλιάσετε"
Ήξεραν τι μαγεία έχει
ο δρόμος
Γι' αυτό μας δώσανε 
χοντρά παπούτσια
Είχαμε όμως την ασθένεια
της λύπης
Γυρίζαμε από τύμβο
σ' άλλο τύμβο
Χορτάσαμε νεκρούς
και ιστορία
Τώρα που επιστρέψαμε
στο σπίτι
Μ' ένα χαμόγελο
"Πατέρα γύρισα
Μητέρα!"
Το σπίτι άλλο ένα 
μαυσωλείο
Μισοθαμμένο 
κάτω από τη σκόνη
"Βγείτε στο δρόμο"
Λέμε στα παιδιά μας
και τους φοράμε δυο φτερά
στους ώμους
Ελπίζοντας 
μια μέρα να πετάξουν
Φεύγουν εκείνα
κρύα, μαργωμένα
Στα μάτια έχουν
του Ίκαρου τη θλίψη 
"Βρέχει πολύ
πατέρα, λεν
στα ξένα"

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Χρυσοθήρας



Χρόνια πολλά
στων στεναγμών 
τις εκβολές
μαζεύω χρυσό
απ' τις ροές
των δακρύων

Α.Β


Ψηλές με δυνατό λαιμό
σηκώσατε στους ώμους σας
αιώνες
Θα φορτωθείτε τώρα
δυστυχώς
τους σκοτεινούς των ημερών 
αρμαγεδώνες
Πόσα μπαλώματα
να βάλει τελικά
στου Καραγκιόζη
το βρακί η ιστορία;
Στα ζάρια παίζουν
τα αρπακτικά
την ύστατη
της περηφάνιας μας
τη λεία

Α.Β

Σκωπτικό



Πέφτουν στο χώμα και σαπίζουν τα κυδώνια
των εσπερίδων τα χρυσά τα μήλα
Μαράζωσε και έφθινε η χώρα
σαν την καλύβα που γειτόνεψε με βίλα
Απάτριδες των αβοκάντο λάτρεις
(λέξεις βαριές η γλώσσα μου δε λέει)
στην Αφροδίτη έδωσαν τα μήλα
και φόρτωσαν στους Αχαιούς τα χρέη

Α.Β

Κλαυσίγελως



Άγρια περιδίνηση μας σπρώχνει προς το κέντρο
Βουή που όλο αυξάνεται και καταρράχτης μοιάζει
καζάνι πάνω σε φωτιά που δυνατά κοχλάζει
-κρατήσου, όσο σε κρατά της μνήμης σου το δέντρο-
Όσοι αφεθούν στη στροφορμή στο μάτι του κυκλώνα
θα καταλήξουν, στο κενό που ο κόσμος δεν γυρίζει
μα ηρεμία απλώνεται, τάφου σιωπή που τρίζει
-κρατήσ' όσο μπορείς σφιχτά στης πίστης τον πυλώνα-
Του Μάελστρομ περιέγραψε τον ρούφουλα ο Πόε
Τώρα πάνω απ' τη χώρα μας ο στρόβιλος δονείται
Αντισταθείτε σθεναρά, «παίδες Ελλήνων, ίτε»
στη θλίψη, στη μιζέρια μας, στον ΕΝΦΙΑ, στο ΣΔΟΕ

Α.Β
Μια νύχτα με βροχή
γινόταν εύκολα στη σκέψη του 
καλοκαιρινό μεσημέρι
Με τη δύναμη της φαντασίας
που με κάποιον τρόπο
δεν εξέπεσε στο χρόνο
μπορούσε να ταξιδέψει
σ΄ όλα τα μέρη 
Μόνο η ανθρώπινη ύλη
αντιστεκόταν
Ερχόταν κι έφευγε
αιφνίδια
Περνούσαν μέρες
για να κλείσει 
τις ρωγμές στο σκηνικό
και ν' αντικαταστήσει
την υγρή σκηνογραφία

Α.Β
Όταν η καταχνιά
δεν αφήνει ελπίδα
για μια ηρωική έξοδο
σε διάλογο
στα σκοτεινά
και βουρκωμένα
χαρακώματα του εγώ
χωμένος
μελετώ
τη γραφή των χαδιών σου
-Στο άγγιγμα
ανεπαισθήτως
μια ολόκληρη ζωή καταθέτουμε-
Αρπάζομαι από την ανεμόσκαλα
των ματιών σου
και βγαίνω
απ' την υγρή γαλαρία
στο φως

Α.Β.
Έχω διαρκώς απάνω μου 
για ώρα ανάγκης
ένα ταξίδι
και τρεις λέξεις φυγής
"Ασφαλώς, συμφωνώ, πώς αλλιώς;"
Φοράω το ύφος 
"κουρασμένος μέχρι θανάτου"
και μυστικά τυλίγω το δάχτυλο
στον χαρταετό της ψυχής
λίγο πριν απογειωθεί
Οι άνθρωποι αγαπούν
να μιλούν μόνοι 
Εκθέτουν τους εσωτερικούς
μονολόγους τους
σε τρίτους προσχηματικά
όπως μιλούν στα βουβά πρόσωπα
οι πρωταγωνιστές
στο θέατρο της μοναξιάς
Αδιαφορούν εντελώς
για έναν αναπάντεχο χαρταετό
που φεύγει ψηλά
ή ένα μπαλόνι με ήλιο
που σέρνει πίσω του 
παιδικές αναμνήσεις
Τα θεωρούν μέρος των εφέ
Του σκηνικού
ή παράσιτα που 
τυχαία παρεμβλήθηκαν
στη ρητορική τους έξαρση
γι' αυτό κουνούν
το χέρι
σαν να αποδιώχνουν
ενοχλητικά έντομα
Κρατώ διαρκώς πάνω μου
ένα ταξίδι
Ίσως από αφηρημάδα
ή περιορισμένο χώρο
στις τσέπες απ' το σακάκι 
δεν κουβαλώ ποτέ
ένα σχέδιο
ασφαλούς προσγείωσης
Και είναι δυστυχώς
επώδυνη
η επαναφορά
σε μια αιχμηρή 
πραγματικότητα

Α.Β

Σ' ακολουθώ

Σ' ακολουθώ
σαν τον οδοιπόρο που έχασε το δρόμο
σαν τους μάγους που κοιτούν το αστέρι
όπως η σκιά
τους ζωντανούς
Δεν ξέρω πού πας
Έχω όμως την ελπίδα
ότι η παιδική σου αθωότητα
θα βρει
πού ξημερώνουν
Χριστούγεννα

Α.Β.

Χριστούγεννα



Ένα σμάρι πουλιά γυρεύει τροφή
μες στο χιόνι

Το κρύο δριμύ, η καρδιά μου γυμνή
και κρυώνει

Καράβι παλιό που σκεβρώνει μαζί
με το έρμα

βαραίνει τις τσέπες το χθες σαν αξόδευτο
κέρμα

Μες σε λαμπιόνια και αίμα ο κόσμος
γερνάει

στα μάτια μια μάνα μ΄αγάπη ένα βρέφος
κοιτάει

Βαθύ το σκοτάδι παλεύει να πνίξει 
το φως

Μα πριν βυθιστούμε γεννιέται στη φάτνη
ο Χριστός


Α.Β

Καμένα σπίρτα

Σε ένα σύγχρονο εμπορικό κέντρο
ένα κοριτσάκι
καλοντυμένο 
πουλούσε σπίρτα
Δεν κρύωνε
Δεν είχε πεθάνει η μητέρα του
Ο πατέρας δεν ήταν φτωχός
Της είχαν αγοράσει
πανάκριβα δώρα
Το μεσημέρι η γιαγιά
θα τους δεξιωνόταν 
στο σπίτι της
Οι περαστικοί αγόραζαν σπίρτα
και μετά περνούσαν από τους προσκόπους
και τις εκκλησίες
και άφηναν τρόφιμα και χρήματα
Όμως στο τέλος 
το κοριτσάκι με τα σπίρτα
πέθανε
Γιατί 
όλα τα κοριτσάκια
που πουλούν
σπίρτα
είναι μικροί άγγελοι
που ζητιανεύουν
αγάπη
Και στον κόσμο μας
πάντα τέτοιες
μέρες
πέφτει πυκνό
και κρύο 
το ψέμα

ΑΒ

Η παιδική ηλικία



Η παιδική ηλικία 
πάνω σ' ένα δέντρο
πάνω σ' ένα ποδήλατο
θα ταξιδεύει
μπροστά μας
με την πίσω ρόδα
χαλασμένη
κι ένα γλυκό
τραύμα εναγκαλισμού
που θυμίζει
πως μας διέσχισε
κάποτε 
η αγάπη
και πως
ζωή είναι
να πιστεύεις
διαρκώς
στο θαύμα

Α.Β