Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Π.Π*


Δυσκολεύτηκε
να συνηθίσει τους κανόνες
Όφειλε να ακολουθήσει
το πρωτόκολλο
Τίποτε δεν ήταν δικό του
Όλα έπρεπε να επιστρέψουν
εκεί που ανήκαν
Αφόρητος πόνος
Να τα φροντίζει
Να τα λατρεύει
Ν' αγωνιά
Κι όταν αποθεραπευτούν
Αλύγιστος
ν' ακούει
το φουρφούρισμα
το τίναγμα των φτερών
Ασυγκίνητος
ν' αντέχει τις επιστροφές
το ικετευτικό βλέμμα
την ανασφάλειά τους
και να τα ωθεί μακριά
και με τη βία κάποτε
Στο τέλος αρρώστησε
Τα δικά του φτερά
δεν θεραπεύτηκαν ποτέ
Κι έμεινε παρατηρητής πουλιών
που κουβαλούσε όλη τη θλίψη
των αποχωρισμών τους

[*Παρατηρητής Πουλιών]
Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Μύρης. Αλεξάνδρεια κλπ


Τον κούρασαν τον Μύρη
οι Χριστιανοί
μ’ όλα τα πρέπει και τα μη
και το ρηχό διδακτισμό
-φορτία δυσβάσταχτα
προπάντων απεχθή-
Καλύτερα με εθνικούς
περνούσε
Ξενύχτια, γλέντια
και κρασί
-ήταν μονάχα
είκοσι χρονώ-
με τα αστεία τους
ανέμελα γελούσε
Κι αν μουρμουρίζοντας
-τη εξαιρέσει εμού-
στα είδωλα αρνήθηκε
σπονδή
Κι αν πριν το τέλος του
κρατούσε το σταυρό
και στο Χριστό
αδιάλειπτα μιλούσε
είναι γιατί
μια Κυριακή
στην αγορά
απελπισμένος
άδειος κατηφής
συνάντησε
έναν σαλό
και κείνος του ‘δειξε
ο Χριστός
πόσο
τον αγαπούσε
ΑΒ

Τώρα που ψύχρανε ο καιρός


Κάθε απόγευμα
με γυροφέρνει
ένα μικρό μαύρο κουνούπι
Πετάει για ώρα
κοντά
δήθεν αδιάφορο
και στο τέλος
προσγειώνεται προσεκτικά
στο γυμνό μέρος
του ποδιού μου
Δεν το σκοτώνω
Τώρα που ψύχρανε ο καιρός
έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο
Εκείνο για το αίμα
κι εγώ για το πέταγμα

ΑΒ

Άγνωστα νερά


Αν σας κοιτώ στα μάτια
μην τρομάζετε
Το μέτρο της αγάπης σας
θέλω να εκτιμήσω
Όπως ο δύτης
που κοιτά
ώρα πολλή τη θάλασσα
για ύφαλους και ρούφουλες
πριν βυθιστεί
μες στα θολά νερά της

ΑΒ

Επιστρέφω


Επιστρέφω
συνήθως με το παιδικό μου ποδήλατο
άλλοτε κρατώντας απ' το χέρι τον πατέρα
τις μέρες που φυσά
κι αναδιπλώνεται η κουρτίνα
και χορεύει
τις ώρες που ο δεσμοφύλακας
γυρίζει το κλειδί
και το φως σβήνει
Επιστρέφω
νύχτες χωρίς φεγγάρι
κι όταν στα ντουλάπια μου
δεν ξέμεινε
ούτε μια
μυρωδιά άνοιξης
ούτε μια ελπίδα καλοκαιριού
Επιστρέφω
και παίρνω απ' την αρχή
το αλφαβητάρι
της χαράς
να μάθω
τη συγχώρηση
τον ενθουσιασμό
το πέταγμα
και συλλαβίζω
με δάκρυα
όλα αυτά που μου λείπουν

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Απορίες


Καλά
ο ανάλγητος πλούσιος
σαπίζει στην κόλαση
Δεν μάθαμε ποτέ
όμως, Κύριε,
τι απέγιναν οι τραπεζοκόμοι
οι μάγειρες
και οι πολυπληθείς υπηρέτες
Όλοι εκείνοι οι ενδιάμεσοι
που άφησαν
τον φτωχό Λάζαρο
να τρώει ψίχουλα
και για τις πληγές του
να τον συμπονούν τα σκυλιά
Εκείνοι που υποτίθεται
γνώριζαν
από φτώχεια, Κύριε
που λογικά
κάτι θα ήξεραν από στέρηση

ΑΒ

Τέχνη


Τέχνη είναι
ο μακρύς μονόλογος
η δήθεν συζήτηση
με τους ήσκιους σου
όταν φοβάσαι
Τέχνη είναι όταν ανοίγεις
κοίτες για να διοχετεύσεις
τους χειμάρρους που ξεχείλισαν
μέσα σου
Μετά να θάβεις τους πνιγμένους
εαυτούς σου
και να μοιράζεις
στα ορφανά αισθήματα
χαρταετούς
για να μην ξεχάσουν πως
υπάρχει ουρανός
Τέχνη είναι
ν' αποζητάς την αγάπη
κι όταν τη βρίσκεις
να γίνεσαι απ' την αρχή
βρέφος στην αγκαλιά της
για να θηλάσεις
τη μυρωδια του τριαντάφυλλου
το χρώμα της άνοιξης
και το χάδι του ανέμου
απ' το επερχόμενο καλοκαίρι
Τέχνη είναι να κοιτάς
το χθες
όπως ο οδοιπόρος
το δρόμο που τον έφερε
Να αγαπάς το αύριο
γιατί δεν υπάρχει
και να πίνεις το σήμερα
όπως οι ηλικιωμένοι
τον απογευματινό
καφέ τους
Τέχνη είναι να ζεις
Να λαχταράς την ανάσα
όπως το παιδί τα δώρα
κάτω από το
Χριστουγεννιάτικο δέντρο
Τέχνη είναι να ζεις

Μα ποιος στ' αλήθεια
μπόρεσε
την τέχνη
να ορίσει;

Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Όταν κοιτώ του φεγγαριού την τρύπα
τα βράδια στο απόλυτο σκοτάδι
νομίζω ότι είμαι σε πηγάδι
σε μια σπηλιά που φως ποτέ δεν βρήκα


-Όλα χαμένα μες στου ψέματος το υφάδι-

Και λέω, Θέ μου δώσ' μου τα φτερά μου
πού 'χα πριν του φιδιού την τρίπλα
να 'ρθω να 'μαι σε Σένα δίπλα
κουράστηκε να σέρνεται η καρδιά μου

-Χωρίς αγάπη, ζεστασιά και χάδι-
Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Ο ήλιος στο σεντόνι


Χτυπούσε ο ήλιος τα δέντρα
Φέγγιζε το σεντόνι στην απλώστρα
Καθόμουν στο σκαλοπάτι της κουζίνας
Μεθώντας στων ήσκιων την παράσταση
Βουβό το σινεμά
Μόνη υπόκρουση
Μια φθινοπωρινή σονάτα
Του ανέμου

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Ποτάμια


Πόσοι στ' αλήθεια άνθρωποι
δεν μοιάζουν με ποτάμια
Από βαθιές της γης πληγές
γεννιούνται τα νερά τους
Κατηφορίζουν στις πλαγιές
λειαίνοντας τις πέτρες
ποτίζοντας τα ζωντανά
τρέφοντας τα σιτάρια
κι όταν τελειώσει ο δρόμος τους
δίνονται στην αρμύρα
Μ' αν πιάσει το παράπονο
τον ουρανό και κλαίει
και κλαίει απαρηγόρητα
και το γιατί δεν λέει
αφρίζουν και οργίζονται
και κατεβάζουν λάσπη
Πνίγουν στους κάμπους
τα σπαρτά
τα δέντρα ξεριζώνουν
και τα φοβούνται οι αστοί
οι εφησυχασμένοι
ΑΒ

Τα σχολικά βιβλία


Φτάνουν ολοκαίνουρια
Μυρίζουν χλώριο και κόλλα
Θα στριμωχτούν μετά σε τσάντες
Ανάμεσα σε κινητά και κασετίνες
Μπουκαλάκια νερού
Και μισοφαγωμένες τυρόπιτες
Θα ρυτιδιάσουν τα εξώφυλλα
Και θα σκιστούν
Λαδιές και μουτζούρες
Θα επιβεβαιώνουν την κακή σχέση
Στο τέλος θα περάσουν
Όπως όλα
Στην ανακύκλωση του χρόνου

Κείνες τις σελίδες σκέφτομαι
Λίγο μετά τη μέση
Που δεν θα διαβαστούν ποτέ
Την ύλη που δεν τέλειωσε
Κείνες τις σελίδες σκέφτομαι
Που περικλείουν τα σημαντικότερα
Και τι συγκυρία
Τα σπουδαιότερα πράγματα
Να γράφονται πάντα
Στο τέλος

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Γεννημένοι θεατρίνοι


Τις επιθυμίες της καρδιάς
τις σκηνοθετεί ο νους
και φτιάχνει τα όνειρα
Μετά έρχεται
και πρωταγωνιστεί
η φαντασία

ΑΒ

Γλαύκες


Πολλές γλαύκες
μαζεύτηκαν και
θρηνούν στα ερείπια
Δεν θα μάθουμε ποτέ
ποιες στ’ αλήθεια πονούν
Καθώς είναι γνωστό
ότι στις κουκουβάγιες
αρέσουν οι θρήνοι
και γενικώς
αγαπούν τα χαλάσματα
ΑΒ
Ως νέος καταπιάστηκα με τα μεγάλα θέματα
προσπαθώντας να ερμηνεύσω τον κόσμο
Γυμνός και άδειος πια
για να κατανοήσω τη θάλασσα
αφοσιώνομαι στους παιδικούς νερόλακκους
Για τους βράχους
χαιδεύω τα χαλίκια
Για τα λιβάδια
πιάνω κουβέντα με τα λουλούδια
στην άκρη των δρόμων
Για το δάσος
αφουγκράζομαι τις νύχτες
τα μοναχικά δέντρα στον κάμπο
Πριν χαράξει
ακούω τα ξεχασμένα στον ορίζοντα
αστέρια
να μιλούν
για τον ουρανό
Και για τους ανθρώπους...
για τους ανθρώπους
είναι καιρός
που περπατώ
πολύ
στις ερημιές μου
ΑΒ

Ερωτικό (τραγούδι)


Ανεμοδείκτης τα μαλλιά σου όταν φυσούσε
Τα δυο σου μάτια αστρολάβος στο σκοτάδι
Από τα χείλη σου η αγάπη ξεδιψούσε
Μες στην ψυχή μου δρόμους άνοιγε το χάδι

Τώρα στα χείλη μου η αρμύρα ξενυχτάει
Και το μυαλό μου το κατοίκησε η τρέλα
Σκυλί η ψυχή μου κάθε βράδυ αλυχτάει
Και στο κορμί μου ο πόνος κόλλησε σαν βδέλλα

Λένε τροχός είναι η ζωή κι όλο γυρίζει
Μα εγώ το ξέρω ό,τι τελειώνει δεν αρχίζει
Και στους τελώνες τους καιρούς πληρώνεις τόκο
Από το έσχατο το λάθος ως το πρώτο

Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Για τον πατέρα
Εις ένα Θεόν πατέρα…
Δεν είναι τυχαίο που ο πατέρας
προηγήθηκε του παντοκράτορα.
Δεν είναι σύμπτωση
που μπήκε
πριν απ’ όλα τ’ άλλα

Επιστολή
Θα θελα να σε πληροφορήσω, πατέρα, ότι τίποτε απ’ όσα ονειρεύτηκες για μένα και έλπισες δεν πραγματοποιήθηκε. Απέτυχα εντελώς. Κάθομαι εδώ σε μια μικρή κάμαρα τα βράδια και γράφω ιστορίες. Μεγάλη απογοήτευση σου πρόσφερα όσο ζούσες. Όμως είμαι καλά. Χαίρομαι με αυτές μου τις ασχολίες. Πηγαίνω πού και πού στην εκκλησία και ψάλλω. Θυμάμαι τότε το χωριό και συγκινούμαι. Απέτυχα πατέρα. Θα το είχες κι εσύ από νωρίς καταλάβει ότι ήμουν από σκάρτο υλικό. Το σκοτεινό τρυγόνι. Σε άκουσα που το έλεγες στη μάνα. «Δεν ξέρω τι έχει αυτό το παιδί. Δεν μπορώ να διαβάσω τα μάτια του. Σα σκοτεινό τρυγόνι μοιάζει». Έτσι της είχες πει. Πέρα από τις προσευχές μου δεν έχω με τι άλλο να σε παρηγορήσω. Θέλω απλώς να σου διασφαλίσω ότι Το έπ' έμοι, ενόσω ζω, και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω…κλπ. Ξέρω ότι δεν με πιστεύεις. Από μικρός όλο μεγάλα λόγια. Όμως δεν βρήκα ακόμη μέσα μου στέρεο έδαφος να πατήσω. Και όταν πέφτεις, το μόνο που μπορείς είναι να περιγράφεις την πτώση, πατέρα.
Θεός σχωρέσει σε πατέρα
και μακάρι και μένα
Με τιμή
ο υιός σου
Αλέξανδρος

Χιουμοριστικό


Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται
Ενίοτε, όταν δεν διαθέτει μαλλιά
από των πλησίον του

Το τραγικό είναι όταν καθώς βυθίζεται
κοιτά με απορία το τριχωτό πράγμα
που κρατά στο χέρι του
και διαπιστώνει ότι είναι περούκα
ή περουκίνι

ΑΒ

Επίγνωση


Προσήλωσες κάποτε
το βλέμμα σου
σ' ένα αστέρι
μ' ελπίδα
και ξαφνικά το είδες να πέφτει
και να σβήνει
Τότε κατάλαβες
πως μόνος
έπρεπε να βρεις
το δρόμο
για τη
Φάτνη
μ΄ένα λυπημένο
άστρο στην πλάτη
γιατί μέσα στο σκοτάδι
ποτέ
δεν έπαψες
να πιστεύεις
στο θαύμα

ΑΒ

Ερωτικό


Αν η αγάπη ήτανε ποινή
θα ήθελα νά έτρωγα ισόβια
Να μ' έπιαναν μια μέρα γιορτινή
σε ταραχές, πορείες κι επεισόδια
στους δρόμους της καρδιάς μ' ένα πινέλο
καθώς "παράφορα" θα γράφω πως "σε θέλω"

Αν η αγάπη ήτανε υνί
θα ζήταγα βαθιά να με οργώσει
στη χέρσα γη σπορά εαρινή
απάνω μου σιτάρι να μεστώσει
Στάχια και άνεμος να παίζουν τσέλο
κι εγώ να ψιθυρίζω πως σε θέλω

ΑΒ

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Δεν διαβάζω παραμύθια
Πού και πού όμως μπαίνω σε ένα παραμύθι
Κλείνω απέξω τους γκρεμούς και τις φωτιές
Ακούω τους ψίθυρους της βελανιδιάς
Του πεύκου
Τα τριξίματα από τα τινάγματα των πουλιών
Το φουρφούρισμα της χλόης
Που αγκαλιάζει τα παπούτσια μου
Ανακαλύπτω άγνωστα χωριά
Πάω στις ίδιες γειτονιές από άλλους δρόμους
'Αλλες ώρες
Φορώ γυαλιά ηλίου
Τις συννεφιασμένες μέρες
Πίσω από τους σκυθρωπούς
Βλέπω πόνο
Και πίσω από τα χαμόγελα
Αγάπη
Όταν βγαίνω από το παραμύθι
Συνεπαρμένος
Ο γκρεμός μου φαίνεται σκαλοπάτι
Είναι του Αγιαννιού
Και πηδώ τις φωτιές ευτυχισμένος
Γιατί έχω περάσει ήδη στην ηλικία
Της ωριμότητας
Την παιδική

ΑΒ
Και να που τελειώνει το ταξίδι
και στην πατρίδα οριστικά
επιστρέφω
Ξανά θα μπω στην τρύπα μου
σαν φίδι
Στην ξεγνοιασιά
από μακριά θα γνέφω
Όμως θα βρω έναν τρόπο
να ξεφύγω πάλι
Δεν κατεβάζω τη βαλίτσα
από τη σχάρα
Θ' ανοίξω
του Αιόλου το τσουβάλι
Κι αν σας ρωτήσουν
πείτε πήγα για τσιγάρα
ΑΒ

Η ποίηση


Ως νέοι
περνάμε με κάθε αφορμή
έξω απ' το σπίτι της
Περιφερόμαστε άσκοπα
στους γύρω δρόμους
Περιγράφουμε
την πόρτα
το φωτισμένο παράθυρο
τη σκιά της πίσω απ’ την κουρτίνα
Εκείνη το ξέρει
και παίζει μαζί μας
πότε αφήνοντας
ένα γλαστράκι βασιλικό
στο περβάζι
πότε πανσέδες
στα σκαλοπάτια
για να ‘χουν
μυρωδιές και χρώματα
οι ζωγραφιές μας
Κάποια μέρα
μας ανοίγει την πόρτα
Ζούμε
συγκινήσεις άφατες
Όταν βγούμε
απαντάμε σιβυλλικά
με παρομοιώσεις και μεταφορές
Δεν δώσαμε όρκο
σιωπής
όπως στα Ελευσίνια μυστήρια
αλλά με τον καιρό
βάθυναν πολύ οι φλέβες μας
και είναι δύσκολη πια η μετάγγιση

ΑΒ
Χρόνια είχε η βροχή
να έρθει στην ώρα της
Πρωτοβρόχια του Σεπτέμβρη
Τα θυμάμαι
ως παιδί
μαζί με τις ανάκατες
μυρωδιές των τετραδίων
και της αρωματικής σβήστρας
με το βουρτσάκι
Ανέδιδε η γη
κείνο το άρωμα
των δακρύων
καθώς περνούσαμε
με τη μικρή τσάντα μας
τη βαριά
σιδερένια πόρτα
των σχολείων
Πόσα γνώριζε
η βροχή
που δεν αντιλαμβανόμασταν
Τι προμηνυόταν
κι εμείς γελαστοί κι αθώοι
σπεύδαμε να πέσουμε
στην αγκαλιά του
ΑΒ

Τειχοσκοπία


Χρόνια έπλεκες
στον αργαλειό
την τειχοποιία σου
Έφτιαξες κάστρο Ενετικό
με τάφρο
επάλληλα τείχη
τούνελ διαφυγής
και ξάπλωσες στη μέση
Μια ωραία κοιμωμένη
Τέλειωσε όμως η εποχή των ηρώων
Ήταν και τ’ αγκάθια
ανυπέρβλητα
Πώς να συναντηθούμε;

ΑΒ

Τα φιλήματα της βροχής

Πήρα τους δρόμους απόψε
για τα φιλήματα της βροχής
αυτά τα τρυφερά αγγίγματά της
στα μάτια και στα χείλη
το ηδονικό κύλισμα στην πλάτη
και στο στήθος
Μετά κάθισα
δίπλα σε μιά υδρορροή
και άκουσα το κονσέρτο της
ως το τέλος
Πόσο αδικημένη μελωδός
Όλοι προτιμούν τις συναυλίες
της θάλασσας
που είναι σκοτεινή
κι ανερμήνευτη
και περιφρονούν τη βροχούλα
που πλανόδια τραγουδά
έξω απ' τα παράθυρα
και μας νανουρίζει τα βράδια
που μας ξεπλένει χωρίς
ποτέ να πνίξει κανέναν
Έτσι όμως πάντα αδικούνταν
το ουσιαστικό
Φέτος θα το ομολογήσω
παραθέρισα στη βροχή
και νότισα ως το κόκαλο
στην αγάπη της

ΑΒ

Σαλιγκάρια

Είμαι σαλιγκάρι
Γλιστρώ στο χρόνο
με μια πικρή πατρίδα στην πλάτη
Σύρθηκα πάνω σε όνειρα
Τράφηκα με χόρτα προσδοκίας
κι ελπίδας
Πίσω μου αφήνω
δρόμους ζωής ματαιωμένης
που σβήνει η βροχή
τις νύχτες που σκαρφαλώνω
στα δέντρα
και κοιτώ τα δακρυσμένα σύννεφα
περιμένοντας να φεγγίσει
κάποιο αστέρι
Αλ.Β