Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Αιδηψός


Στα κλειστά παραθυρόφυλλα
των γερασμένων ξενοδοχείων
ακουμπά ακόμα η ιστορία
Τις νύχτες κρύβεται
σ' απόμερες γωνιές
σε αυλές χαμένες
σε καφεζαχαροπλαστεία ξεχασμένα
Κατηφορίζει με την εσπερινή αύρα
χέρι χέρι με τους ηλικιωμένους
που μοιράστηκαν τους λουκουμάδες
και το ρυζόγαλο
μακριά από τη φασαρία
των κάπηλων και των εμπόρων
και πάνε τώρα να ξαποστάσουν
βαδίζοντας αργά
ανάμεσα σε αχνίζουσες
ροές μνήμης
αναβαπτισμένοι άλλη μια μέρα
στα ιαματικά λουτρά
της αγάπης
ΑΒ

Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Μέγα και παράδοξον θαύμα


Υπάρχουν λουλούδια
που τρυπούν την άσφαλτο
Δε ζουν πολύ
Η εξάντληση της πάλης
η επικινδυνότητα της θέσης
θα τα καταβάλουν
Το θαύμα όμως έχει συντελεστεί
Είναι η ανύψωση
προς τον ήλιο
ενός σπόρου
που δεν του δόθηκε
ελπίδα
Η ηδονή των ρωγμών
στο συμπαγές ολέθριο κατράμι
και τα χαμόγελα των εωρακότων
είναι
μπρος στην παράδοξη
και ευφρόσυνη
έγερση
Η ταχύτητα των ημερών με ξεπερνά
Κάθε πρωί αρχίζω λες
μια νέα παρτίδα τέτρις
Τα τουβλάκια όμως πέφτουν
τόσο γρήγορα
ασύμμετρα
κι από παντού
που δεν προφταίνω
να τα τακτοποιήσω
μέσα μου
και καίγομαι

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Τότε που...


Μοιάζαμε
πολύ μοιάζαμε
όπως οι φύτρες
των φυτών
και οι σταγόνες της βροχής
Τόσο αθώα η χαρά μας
και η λαχτάρα για παιχνίδι
Τόσο ευάλωτοι στο μάλωμα
Τόσο μαθημένοι να σκύβουμε
από ντροπή το κεφάλι
Μοιάζαμε
πολύ μοιάζαμε
καθώς τρέχαμε
στα λιβάδια της αγάπης
Τότε που δεν ήμασταν ακόμη
άντρας και γυναίκα
που δεν είχαμε γίνει
εγώ κι εσύ
και δεν ξέραμε
πως μας ετοίμαζαν
για την αρένα
των μονομάχων


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Καταχνιά

Γενέτειρα αίσθηση
Όλες οι οργανικές κατειλημμένες
στις περιοχές μετάθεσής σου
Χρόνια περιφέρομαι ως αναπληρωτής
σε λειτουργικά κενά
του έρωτα
χωρίς ελπίδα
μονιμοποίησης
Θα μου πεις
υπάρχουν τόσοι και τόσοι
αδιόριστοι
Με τη σκέψη αυτή
αποδέχτηκα το ρόλο
του Εμιγκρέ
Να ξέρεις όμως
πως ο άνθρωπος
έχει ανάγκη από πατρίδα
Τα τρόφιμα τελειώνουν
Στα σκοτεινά
και βουρκωμένα
χαρακώματα του εγώ
χωμένοι
πολλοί σαν κι εμένα
μην αντέχοντας πια
την παγωμένη σιωπή
του κάμπου
ετοιμάζονται
για μια ηρωική έξοδο
στη σταύρωση
Mπορώ να λέω δόξα τω Θεώ
γιατί όταν πείνασα
ήρθαν φίλοι
και μου έδωσαν να φάω
Όταν δίψασα
ακόμα και ξένοι
μου πρόσφεραν ένα ποτήρι νερό
Σε τόπους μακρινούς
και αφιλόξενους
μια οικογένεια
με περιμάζεψε
και με φιλοξένησε
Τις ώρες της απογύμνωσης
βρέθηκε ένας Σημ κι ένας Ιάφεθ
να με ντύσουν
Γλίτωσα έτσι τη ντροπή και το κρύο
Όταν αρρώστησα
πολλοί μ’ επισκέφτηκαν στο νοσοκομείο
και στη φυλακή της μοναξιάς
μου χτύπησαν την πόρτα
και ρώτησαν τι κάνω
Να είναι πάντοτε οι ευλογημένοι
του Θεού
και να κληρονομήσουν τη βασιλεία
Κι εμείς όσο υπάρχουν
τέτοιοι άνθρωποι
ας ελπίζουμε
σ’ έναν καλύτερο κόσμο

ΑΒ
Είναι κι εκείνες οι μέρες
Είναι κι εκείνες οι μέρες
που περισσεύεις
που δε χωράς
σε κανένα όνειρο
Σε στενεύουν οι λέξεις
και δεν βρίσκεις τρόπο
να περάσεις στο αύριο
Μοιάζεις τότε με τους λυπημένους
των σταθμών
που ακούνε τις αφίξεις
και τις αναχωρήσεις
χωρίς να έχουν προορισμό
και χωρίς να περιμένουν κανέναν
πέρα από
τη γκιλοτίνα της νύχτας
που θα πέσει πάνω
σ' αισθήματα, επιθυμίες
κι αυτολύπηση
που θα πέσει λυτρωτικά
για να σηκωθούν μετά
σαν φαντάσματα
να πρωταγωνιστήσουν
ξανά
στο αιώνιο πένθος

ΑΒ