Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νοσταλγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νοσταλγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

Η νοσταλγία












Να νοσταλγείς
να φλέγεσαι
να θέλεις πίσω
στην πατρίδα
να γυρίσεις
και νά 'ναι η καμινάδα σου
σβηστή
άδειο το σπίτι
η Πηνελόπη παντρεμένη
τον Αντίνοο
ενώ Τηλέμαχο
ποτέ δεν έχεις αποκτήσει

Να νοσταλγείς
να θες πολύ
όμως για σένα
ούτε σκυλί
χαρούμενα
δεν θα γαυγίσει
Και πια το ξέρουν όλοι
στο χωριό
πως δεν γυρνάς
σαν νικητής
μα μια εικοσάχρονη
ποινή
στη φυλακή
έχεις εκτίσει


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Το νησί



Κάποτε θα τελειώσει το ταξίδι
και στο νησί οριστικά θα φτάσω
Τώρα που χόρτασα της θάλασσας το ξίδι
τόση αρμύρα πώς
να την ξεχάσω;

Όσοι με νοιάζονται θα λεν δικαίως:
" Πες μας τι έχεις;
Σε προσμέναμε να 'ρθείς είκοσι χρόνια
Λιώναν και βγαίναν στα βουνά τα χιόνια
Για φρυκτωρίες σου κοιτάζαμε ματαίως
Γιατί όταν σου μιλάμε
δεν προσέχεις;"

"Εσείς με περιμένατε, εγώ ερχόμουν
Ταξίδευα με του νησιού τη νοσταλγία
Μα έφαγε η αρμύρα το μυαλό μου
και όλα πλέον μου γεννούν ανία

Μες στην καρδιά μου έχω μόνο καταιγίδα
γι' όσα δεν έζησα
γι' όσα δεν είδα"

Κάποτε θα τελειώσει το ταξίδι
Θα επιστρέψω μες στην τρύπα μου σα φίδι
Δεν κατεβάζω τη βαλίτσα από τη σχάρα
Θ' ανοίξω του Αιόλου το τσουβάλι
και πριν αράξω θα ξεφύγω πάλι
Αν με ζητήσουν,
πείτε πήγα για τσιγάρα

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Ολίγη αγαπημένη πολιτεία, ποίημα




Η φωτογραφία δικιά μου

Το μαγαζί ήταν παλιό
Την πρώτη φορά που πέρασε απ’ έξω
τον τράβηξε το γαλαζοπράσινο ξεθωριασμένο 
χρώμα της πρόσοψης που έρχονταν απ’
άλλες εποχές και το φωτογράφισε
Κοιτώντας τη φωτογραφία
έμεινε αρκετά στην ταμπέλα
που έγραφε «ωρολόγια- κοσμήματα Τοροσιάν»
του γεννούσε μια κάποια αισθητική συγκίνηση
Τη δεύτερη φορά στάθηκε ώρα μπροστά
στις άδειες προθήκες
επιχειρώντας με τη φαντασία την
ανάπλαση του παλιού ωρολογοποιείου
Και μόνο στο τέλος πρόσεξε στο βάθος
τον ηλικιωμένο κύριο που καθόταν
σε μια πολυθρόνα και τον κοίταζε
καπνίζοντας
Δεν άντεξε και στράφηκε να φύγει
Άφηνε πίσω του μια ρίζα ιστορίας
Μες στα στενά αμίλητο έπεφτε το σκοτάδι
που τό ‘σκιζαν αλύπητα οι «αγορές χρυσού»
ρεκλάμες χρυσοκόκκινες που σου ‘κλειναν το μάτι

Αλέξανδρος Βαναργιώτης