Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

Φυσούσε χθες (Τραγούδι)





Τη μέρα ετούτη
Την ύψωσε ο αέρας

Κυμάτισε μες στα λευκά και τα γαλάζια

Πιασμένη στα μαλλιά κάποιας κοπέλας

Κορδέλα με σατέν και με ατλάζια



Τη μέρα ετούτη

Την πήρε ο αέρας

Και ταξιδεύει πέρα από το χάρτη

Μ’ όσους γυρεύουν το χρυσόμαλλο το δέρας

Μ’ όσους πονούν κι όσους ελπίζουν κάτι



Στη μέρα ετούτη

Δόθηκες κι εσύ

Για ένα φιλί, μία ματιά, ένα σημάδι

Το χέρι άπλωσες ζητιάνος ή παιδί

Κι έτσι ανοιχτό το βρήκε το σκοτάδι



Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Μνήμη Κ.Κ

Θάνατος. Κέντρα κι επαρχίες
κάτω απ’ τον ήλιο
αποσυντίθενται και λιώνουν
σαν τις παχύσαρκες τις ευτραφείς κυρίες
τα καλοκαίρια
που ζεσταίνονται κι ιδρώνουν
Μια μυρωδιά σαπίλας πέρα ως πέρα
αρχές και εξουσίες κι ιεράρχες
στων ταπεινών στρογγυλοκάθισαν τις ράχες
κι είναι πιο σκοτεινή από τη νύχτα η μέρα
Θάνατος, τα πουλιά τα τρομαγμένα
στους ξαφνικούς κι απρόσμενους τους ήχους
όταν γκρεμίζουνε παλιού σπιτιού τους τοίχους
Στα «μπαμ» εκείνα που θυμίζουνε εσένα
Θάνατος. Δεν κρατιέμαι κλαίω
κάθε φορά που πάω σε κηδεία
Κι αν σε παρηγορεί στο λέω
Πεθαίνουν πια πολλοί απ’αηδία

ΑΒ

Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Η θλίψη του θέρους



Έχουν μια θλίψη τα καλοκαίρια
Είναι τα νεκρά παιδιά που περιφέρονται
στους δρόμους
Τ' ακούνε
οι ποιτητές
Τα βλέπουν
οι σαλεμένοι
Τα νιώθετε κι εσείς
Εκείνη η απόκοσμη αύρα
που μπαίνει από το παράθυρο
αιφνίδια
κουνά τις κουρτίνες
και δροσίζει το ιδρωμένο
σας στήθος
Έχουν μια θλίψη τα καλοκαίρια
Είναι που αποφασίζουμε
να ξεσκονίσουμε την αποθήκη
με τα όνειρα
και τα βράδια καθόμαστε
στο βορινό μπαλκόνι
κοιτώντας
τους χαρταετούς των άστρων
την άρκτο
και τον πολικό αστέρα
ΑΒ

Λιθάρια





Τα παιδιά κοιμούνται
είναι τρεις το βράδυ
ώρα περασμένη
Η μικρή γοργόνα
βγαίνει απ' τη σπηλιά της
στ' όνειρό τους μπαίνει

Λέει ένα τραγούδι
της χαμογελάνε
κι είναι ευτυχισμένα
Και θυμάμαι μάνα
κείνο το τραγούδι
πού 'λεγες σε μένα

Μίλαγε γι' αντρείους
που τα άλογά τους
έτρωγαν λιθάρια
καστροπολεμίτες
που με το σπαθί τους
σφάζαν παλικάρια

Τα παιδιά κοιμούνται
ήσυχη η ώρα
μα εγώ αγρυπνάω
Διμισκί η αγάπη
τους σαρακηνούς μου
φόβους πολεμάω

ΑΒ

Θήρα


Κοιτάς τα σκοτεινά νερά
Το καταβυθισμένο σου είναι
Κάποτε ήσουν ολόκληρος κύκλος
Τώρα πια μόνο στη φαντασία των ειδημόνων
Τα παλιρροϊκά κύματα γκρέμισαν
Τον πολιτισμό των παιδικών ανακτόρων
Έμεινες νήσος
Με όνομα επίγνωσης
«Ούτις»
Ένας
Τουριστικός προορισμός
Για Κύκλωπες
Και Λωτοφάγους
Σάντα Ειρήνη!
Σάντα Ειρήνη!
Ό,τι σε θυμίζει
Ένας σωρός πέτρες
Δίπλα σε αρχαία ευρήματα
Πόσες ρυτίδες
Σ’ έσκαψαν
Καλλίστη
Κι ούτε ένα όνειρο
Πια δεν κυνηγάς
Προσηλωμένη
Αδιάπτωτα
Στο σιωπηλό κόχλασμα
Στην καλντέρα
Της απώλειας

ΑΒ

Ψυχρό ρεύμα χρόνου




Τα βράδια πριν κοιμηθώ
ρίχνω επάνω μου καλού κακού
ένα λεπτό σεντόνι σκόνης
Κάνει κρύο τα χαράματα
όταν απ' τ' ανοικτά παράθυρα
εισβάλλει ψυχρό ρεύμα χρόνου
Αν σε βρει ασκεπή σε νεανικά όνειρα
ιδρωμένο από επιθυμίες και σχέδια
το πρωί ξυπνάς με πόνους επίγνωσης
στον αυχένα και στη μέση
οι αρθρώσεις σου τρίζουν μεταμέλεια
κι ο καθρέφτης του μπάνιου
σε κοιτάζει θλιμμένος

Α.Β

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Νύχτες στο Λούνα Παρκ

(Το αφιερώνω στον φίλο μου Αγαθοκλή Αζέλη, γιατί ο πρώτος τίτλος που μου ήρθε στο νου ήταν εωθινές επιγνώσεις)
Τις νύχτες κλαιν
τα παραμύθια
κλαιν τα κουκιά
και τα ρεβύθια
και μια γοργόνα
απ’την Ανάφη
για μένα πού ‘μεινε
στο ράφι
Μικρός τα βράδια
που φοβόμουν
πρίγκιψ να γίνω
ονειρευόμουν
δίπλα μου νά 'χω
στο κρεβάτι
τη Σταχτοπούτα
ή τη Χιονάτη
Πρίγκιψ δεν έγινα
ποτέ
χρωστάω ΔΕΗ
χρωστάω ΟΤΕ
Πάπια δεν είδα
να ‘ναι κύκνος
Με παίρνει
δύσκολα ο ύπνος
Όμπραξ, Ζαγκόρ
Μαρκ
και Θαλάσση
σαν Λούνα Παρκ
μοιάζει η πλάση
Καθένας μπαίνει
στη σειρά του
να δει το γύρο
του θανάτου
Κι εγώ που τόσα
είχα ελπίσει
έτσι το θέλησε
η φύση
δειλός γραφιάς
ενθάδε κείμαι
κι ούτε ένας
ήρωας
δεν είμαι

Α.Β