Σάββατο 9 Απριλίου 2016

Για την αγάπη πάλι



Όλοι προσμένουμε εκείνη τη στιγμή
που θα λουστούμε στις λακκούβες της αγάπης
Στης Βηθεσδά τις στεγασμένες τις στοές
κάθε που άγγελος ταράζει τα νερά της

Πολλοί γενναίοι μέσ' απ' την Προβατική
φύγαν στην έρημο γι' αγάπη διψασμένοι
όμως ποτέ κανείς δεν γύρισε να πει
αν βρήκαν Όαση ή χάθηκαν θλιμμένοι

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Βηθεσδά: δεξαμενή με πέντε στοές,
που ονομαζόταν και Βερβεσέ ή Βελζεθά (οίκος ελέους)
Προβατική: Πύλη στο τείχος των Ιεροσολύμων δίπλα στη Βηθεσδά,

απ' όπου περνούσαν τα πρόβατα

Η βρύση


Στου άγιου Αθανάσιου
την κρήνη
γέμιζε η μητέρα μας
δυο γκιούμια
να πιούμε και με το περίσσευμα
να πλύνει
τα ρούχα μας τα παιδικά
και τα πασούμια
Την κλείσαν;
στέρεψε;
Μυστήριο πλανιέται
Στη θέση της
υπάρχει ένας τοίχος
Αέρας;
η συνήθεια;
Ο νους μου τυραννιέται
όταν περνώ κι ακούγεται
πτώσης νερού ο ήχος
Χωρίς τη βρύση
άχαρη και ξένη
η Κονδύλη
Δεν ξεδιψούν
περαστικοί
παιδιά
δεν ξαποσταίνουν
Εικονοστάσι
με σβησμένο
το καντήλι
Θλιμμένοι άγιοι
στις μνήμες μου
διαβαίνουν
Α.Β

Θα υπάρχει πάντα



Θα υπάρχει πάντα ένα πρωί
για το οποίο αξίζει να ξυπνήσεις
Ένα μέθυσμα αέρα
ενθύμηση ότι τα λουλούδια
κάπου ανθίζουν
Ένα χαμόγελο ήλιου
υπόσχεση για καλοκαίρι
Κι ένα χέρι αγάπης
δίπλα σου
να κρατηθείς
εν μέσω σκιάς θανάτου
σαν βαδίσεις


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Τ' ανέκφραστα


Νά 'ξερες, καλή μου,
πόσα χτυποκάρδια για σένα
έσβησα
κάτω απ' τον χάλκινο θώρακα
-Συνηθίζεται οι άντρες
να κρύβουν όσα νιώθουν-
Έλιωσε η ψυχή μου
σαν δεν σε βρήκα στο σπίτι
κι ετοιμαζόμουν
απ' τις Σκαιές Πύλες
να βγω στην κοιλάδα
του θανάτου
Και πόσα πόσα δάκρυα
μέσα στην περικεφαλαία
έπνιξα
λίγο πριν απ' το τέλος
όταν σε έβλεπα
να κλαις
εντροπαλιζομένη
Στο αύριο προσευχόμουνα
κουράγιο να σου δώσω
και φεύγοντας πήρα μαζί
γι' αντίο
ένα χάδι
Μα μέσα μου ήξερα καλά
πως αύριο δεν υπάρχει
Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Εντροπαλιζομένη: Η Ανδρομάχη, καθώς απομακρυνόταν από τον Έκτορα, όλο γύριζε πίσω και κοίταζε κλαίγοντας .

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Ξάπλωσες στη γη
ομορφιά του Αυγούστου
Άκουσες βοή
απ' τα πρωτοβρόχια
Άνεμοι πικροί
βρώσαν το κορμί σου
οι ακροπαριές
ραγισμένα φύλλα
Δέντρα με χρυσό
έντυσαν τον κόσμο
Μια δαγκωματιά
τα υγρά σου μάτια
Σαν χαρταετοί
καθαρή Δευτέρα
μνήμες και καιροί
στις ακτές του χρόνου
Μια ζεστή βροχή
μέρα διψασμένη
ράντισε τη γη
κέντησε το χώμα
Κι άνθισε με μιας
της αγάπης χρώμα
κι άνθισαν με μιας
μύριοι κατιφέδες

Αραράτ


Τα πουλιά
που γέμισαν τον ουρανό μας
δεν είναι από κείνα που φέρνουν
την άνοιξη
Είναι εκείνα που δεν γνώρισαν
άνοιξη
Τα πουλιά
που καταφτάνουν
στις ακτές μας
δεν είναι θαλασσοπούλια
της χαράς
Είναι πουλιά
της φωτιάς
Ψάχνουν
κλαδί ελιάς
σημάδι
ότι το κακό πέρασε
κι ουράνιο τόξο
σημάδι
ότι έκλεισε πίσω τους
η πόρτα
της κόλασης


ΑΒ

Άσε το σώμα μου

Άσε το σώμα μου
να γίνει η βάρκα σου
τα χέρια μου
το λίκνο των παιδιών σου
Τα παλιά μου
ρούχα
η γιορτή
της Σκηνοπηγίας σου
Το χώμα μου
η κουβέρτα
των νεκρών σου
Πίστεψέ με
Αν δεν σε σηκώσω
στους ώμους μου
δεν έχω σώμα
Αν μου στερήσεις
το χάδι
δεν έχω χέρια
ούτε ρούχα
αν δεν μοιραστείς
τα ρούχα μου
Μάθε ακόμα αδελφέ μου
πως δεν έχω καν πατρίδα
αν δεν αγκαλιάσει
η γη τους νεκρούς σου


Α.Β