Τρίτη 14 Απριλίου 2015

Προσπάθησε σκληρά
ν' ανταποκριθεί στις προσδοκίες
των γονιών
Όλες κλεισμένες στ' όνομά του
Ιούδας, δηλαδή, " Ο Θεός έχει υμνηθεί"
Έδειχν' ακριβοδίκαιος
γι' αυτό οι μαθητές τού 'δωσαν το ταμείο
Του κακοφάνηκε
με την αδελφή του Ελεάζαρ
Όχι που σκούπισε με τα μαλλιά της
τα πόδια του Ιησού
μα για τα τριακόσια δηνάρια
του αρώματος
που θα δίνονταν σε φιλανθρωπίες
κι επιπλέον γιατί ο Ιησούς τον επετίμησε
όταν βρήκε το θάρρος και παραπονέθηκε
"Μα Κύριε..." μονάχα πρόφθασε να πει
Μια σύγχυση βαθιά τον δίχαζε
Η σκέψη του στο πρέπον κολλημένη
προσπέρασε εκ γενετής τυφλούς
Παράλυτους να κουβαλούν κρεβάτια
Πληγώθηκε "Ποιος είν' αυτός;..."
γι' αυτό μετά το δείπνο, στις Ελιές
τον έδωσε μ' ένα φιλί
Ύστερα πήγε και έφτιαξε θηλιά
όπως αυτοί που δεν αγάπησαν ποτέ
και νιώθουν κι απ' τον εαυτό τους
προδομένοι

Α.Β
Θ' αναστηθεί ο Χριστός
Πρόσθεσαν κι άλλες κουστωδίες
και λίθους
Όμως βραδείς τη καρδία κι ανόητοι
δεν ξέρουν τι τους γίνεται
Ο ληστής με τα ματωμένα
μέλη
θα πει μνήσθητι
Η πόρνη
συντετριμμένη
θα δείξει τα μυρωμένα
μαλλιά της
Οι απελπισμένοι
οι διψασμένοι
οι εν φυλακή
θ' αναφωνήσουν
ελέησον
κι η κυρα Δήμητρα
θ' ακουμπήσει στη χάρη του
την κούραση της αγάπης
να φροντίσει
παιδιά κι εγγόνια
Τότε θ' αποκυλιστούν οι λίθοι
θα σκορπιστούν οι κουστωδίες
κι ο νεανίσκος
περιβεβλημένος λευκή στολή
θα πει: ἠγέρθη οὐκ ἔστιν ὧδε...

Α.Β

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Μας είπαν:
"Βγείτε λίγο απ' το σπίτι
Μια βόλτα μέχρι την πλατεία
Να σας χτυπήσει ο ήλιος
Θα μουχλιάσετε"
Ήξεραν τι μαγεία έχει
ο δρόμος
Γι' αυτό μας δώσανε 
χοντρά παπούτσια
Είχαμε όμως την ασθένεια
της λύπης
Γυρίζαμε από τύμβο
σ' άλλο τύμβο
Χορτάσαμε νεκρούς
και ιστορία
Τώρα που επιστρέψαμε
στο σπίτι
Μ' ένα χαμόγελο
"Πατέρα γύρισα
Μητέρα!"
Το σπίτι άλλο ένα 
μαυσωλείο
Μισοθαμμένο 
κάτω από τη σκόνη
"Βγείτε στο δρόμο"
Λέμε στα παιδιά μας
και τους φοράμε δυο φτερά
στους ώμους
Ελπίζοντας 
μια μέρα να πετάξουν
Φεύγουν εκείνα
κρύα, μαργωμένα
Στα μάτια έχουν
του Ίκαρου τη θλίψη 
"Βρέχει πολύ
πατέρα, λεν
στα ξένα"

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Χρυσοθήρας



Χρόνια πολλά
στων στεναγμών 
τις εκβολές
μαζεύω χρυσό
απ' τις ροές
των δακρύων

Α.Β


Ψηλές με δυνατό λαιμό
σηκώσατε στους ώμους σας
αιώνες
Θα φορτωθείτε τώρα
δυστυχώς
τους σκοτεινούς των ημερών 
αρμαγεδώνες
Πόσα μπαλώματα
να βάλει τελικά
στου Καραγκιόζη
το βρακί η ιστορία;
Στα ζάρια παίζουν
τα αρπακτικά
την ύστατη
της περηφάνιας μας
τη λεία

Α.Β

Σκωπτικό



Πέφτουν στο χώμα και σαπίζουν τα κυδώνια
των εσπερίδων τα χρυσά τα μήλα
Μαράζωσε και έφθινε η χώρα
σαν την καλύβα που γειτόνεψε με βίλα
Απάτριδες των αβοκάντο λάτρεις
(λέξεις βαριές η γλώσσα μου δε λέει)
στην Αφροδίτη έδωσαν τα μήλα
και φόρτωσαν στους Αχαιούς τα χρέη

Α.Β

Κλαυσίγελως



Άγρια περιδίνηση μας σπρώχνει προς το κέντρο
Βουή που όλο αυξάνεται και καταρράχτης μοιάζει
καζάνι πάνω σε φωτιά που δυνατά κοχλάζει
-κρατήσου, όσο σε κρατά της μνήμης σου το δέντρο-
Όσοι αφεθούν στη στροφορμή στο μάτι του κυκλώνα
θα καταλήξουν, στο κενό που ο κόσμος δεν γυρίζει
μα ηρεμία απλώνεται, τάφου σιωπή που τρίζει
-κρατήσ' όσο μπορείς σφιχτά στης πίστης τον πυλώνα-
Του Μάελστρομ περιέγραψε τον ρούφουλα ο Πόε
Τώρα πάνω απ' τη χώρα μας ο στρόβιλος δονείται
Αντισταθείτε σθεναρά, «παίδες Ελλήνων, ίτε»
στη θλίψη, στη μιζέρια μας, στον ΕΝΦΙΑ, στο ΣΔΟΕ

Α.Β