Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Μια νύχτα με βροχή
γινόταν εύκολα στη σκέψη του 
καλοκαιρινό μεσημέρι
Με τη δύναμη της φαντασίας
που με κάποιον τρόπο
δεν εξέπεσε στο χρόνο
μπορούσε να ταξιδέψει
σ΄ όλα τα μέρη 
Μόνο η ανθρώπινη ύλη
αντιστεκόταν
Ερχόταν κι έφευγε
αιφνίδια
Περνούσαν μέρες
για να κλείσει 
τις ρωγμές στο σκηνικό
και ν' αντικαταστήσει
την υγρή σκηνογραφία

Α.Β
Όταν η καταχνιά
δεν αφήνει ελπίδα
για μια ηρωική έξοδο
σε διάλογο
στα σκοτεινά
και βουρκωμένα
χαρακώματα του εγώ
χωμένος
μελετώ
τη γραφή των χαδιών σου
-Στο άγγιγμα
ανεπαισθήτως
μια ολόκληρη ζωή καταθέτουμε-
Αρπάζομαι από την ανεμόσκαλα
των ματιών σου
και βγαίνω
απ' την υγρή γαλαρία
στο φως

Α.Β.
Έχω διαρκώς απάνω μου 
για ώρα ανάγκης
ένα ταξίδι
και τρεις λέξεις φυγής
"Ασφαλώς, συμφωνώ, πώς αλλιώς;"
Φοράω το ύφος 
"κουρασμένος μέχρι θανάτου"
και μυστικά τυλίγω το δάχτυλο
στον χαρταετό της ψυχής
λίγο πριν απογειωθεί
Οι άνθρωποι αγαπούν
να μιλούν μόνοι 
Εκθέτουν τους εσωτερικούς
μονολόγους τους
σε τρίτους προσχηματικά
όπως μιλούν στα βουβά πρόσωπα
οι πρωταγωνιστές
στο θέατρο της μοναξιάς
Αδιαφορούν εντελώς
για έναν αναπάντεχο χαρταετό
που φεύγει ψηλά
ή ένα μπαλόνι με ήλιο
που σέρνει πίσω του 
παιδικές αναμνήσεις
Τα θεωρούν μέρος των εφέ
Του σκηνικού
ή παράσιτα που 
τυχαία παρεμβλήθηκαν
στη ρητορική τους έξαρση
γι' αυτό κουνούν
το χέρι
σαν να αποδιώχνουν
ενοχλητικά έντομα
Κρατώ διαρκώς πάνω μου
ένα ταξίδι
Ίσως από αφηρημάδα
ή περιορισμένο χώρο
στις τσέπες απ' το σακάκι 
δεν κουβαλώ ποτέ
ένα σχέδιο
ασφαλούς προσγείωσης
Και είναι δυστυχώς
επώδυνη
η επαναφορά
σε μια αιχμηρή 
πραγματικότητα

Α.Β

Σ' ακολουθώ

Σ' ακολουθώ
σαν τον οδοιπόρο που έχασε το δρόμο
σαν τους μάγους που κοιτούν το αστέρι
όπως η σκιά
τους ζωντανούς
Δεν ξέρω πού πας
Έχω όμως την ελπίδα
ότι η παιδική σου αθωότητα
θα βρει
πού ξημερώνουν
Χριστούγεννα

Α.Β.

Χριστούγεννα



Ένα σμάρι πουλιά γυρεύει τροφή
μες στο χιόνι

Το κρύο δριμύ, η καρδιά μου γυμνή
και κρυώνει

Καράβι παλιό που σκεβρώνει μαζί
με το έρμα

βαραίνει τις τσέπες το χθες σαν αξόδευτο
κέρμα

Μες σε λαμπιόνια και αίμα ο κόσμος
γερνάει

στα μάτια μια μάνα μ΄αγάπη ένα βρέφος
κοιτάει

Βαθύ το σκοτάδι παλεύει να πνίξει 
το φως

Μα πριν βυθιστούμε γεννιέται στη φάτνη
ο Χριστός


Α.Β

Καμένα σπίρτα

Σε ένα σύγχρονο εμπορικό κέντρο
ένα κοριτσάκι
καλοντυμένο 
πουλούσε σπίρτα
Δεν κρύωνε
Δεν είχε πεθάνει η μητέρα του
Ο πατέρας δεν ήταν φτωχός
Της είχαν αγοράσει
πανάκριβα δώρα
Το μεσημέρι η γιαγιά
θα τους δεξιωνόταν 
στο σπίτι της
Οι περαστικοί αγόραζαν σπίρτα
και μετά περνούσαν από τους προσκόπους
και τις εκκλησίες
και άφηναν τρόφιμα και χρήματα
Όμως στο τέλος 
το κοριτσάκι με τα σπίρτα
πέθανε
Γιατί 
όλα τα κοριτσάκια
που πουλούν
σπίρτα
είναι μικροί άγγελοι
που ζητιανεύουν
αγάπη
Και στον κόσμο μας
πάντα τέτοιες
μέρες
πέφτει πυκνό
και κρύο 
το ψέμα

ΑΒ

Η παιδική ηλικία



Η παιδική ηλικία 
πάνω σ' ένα δέντρο
πάνω σ' ένα ποδήλατο
θα ταξιδεύει
μπροστά μας
με την πίσω ρόδα
χαλασμένη
κι ένα γλυκό
τραύμα εναγκαλισμού
που θυμίζει
πως μας διέσχισε
κάποτε 
η αγάπη
και πως
ζωή είναι
να πιστεύεις
διαρκώς
στο θαύμα

Α.Β