Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Έτσι ζεστός
θα φύγει ο Αύγουστος
Δαγκώνει μες στα δόντια του
μια θλίψη
Πλάγιασε ο ήλιος
άλλαξε το φως
λίγη χαρά
μες στην καρδιά
έχω κρύψει
Φθίνουν οπώρες
στις χωματερές
Στο Ιράκ
θα επιτεθεί πάλι
η Δύση
Αυξάνουν στα συσσίτια
οι ουρές
ο γόρδιος δεσμός
δεν έχει λύση
Έτσι ζεστός
θα φύγει ο Αύγουστος
σαν κάθε Αύγουστο
μ' ένα μελτέμι θλίψη

Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Τώρα θα πάω στο νησί
Τώρα, που φεύγουν
τα καράβια φορτωμένα
Θα μπω σε άδειες εκκλησιές
ν' ανάψω τα καντήλια
Θ' αγγίξω πόρτες γέρικες
σοβάδες φουσκωμένους
Θα πάρω απ' τα πλακόστρωτα
χαμένα σκουλαρίκια
μαντίλια που πατήθηκαν
σπασμένα κομπολόγια
Θα ανασάνω μυρωδιές
που πίσω ξεχαστήκαν
ξεθυμασμέν’ αρώματα
κορμάκια ιδρωμένα
Ένα καφέ μετά θα πιω
στην άκρη της πλατείας
του ανέμου άθυρμα κι εγώ
με τα πεσμένα φύλλα


Αλέξανδρος Βαναργιώτης
Μας είπαν:
"Βγείτε λίγο απ' το σπίτι
Μια βόλτα μέχρι την πλατεία
Να σας χτυπήσει ο ήλιος
Θα μουχλιάσετε"
Ήξεραν τι μαγεία έχει
ο δρόμος
Γι' αυτό μας δώσανε
χοντρά παπούτσια
Είχαμε όμως την ασθένεια
της λύπης
Γυρίζαμε από τύμβο
σ' άλλο τύμβο
Χορτάσαμε νεκρούς
και ιστορία
Τώρα που επιστρέψαμε
στο σπίτι
Μ' ένα χαμόγελο
"Πατέρα γύρισα
Μητέρα!"
Το σπίτι άλλο ένα
μαυσωλείο
Μισοθαμμένο
κάτω από τη σκόνη
"Βγείτε στο δρόμο"
Λέμε στα παιδιά μας
και τους φοράμε δυο φτερά
στους ώμους
Ελπίζοντας
μια μέρα να πετάξουν
Φεύγουν εκείνα
κρύα, μαργωμένα
Στα μάτια έχουν
του Ίκαρου τη θλίψη
"Βρέχει πολύ
πατέρα, λεν
στα ξένα"


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Τα σχολικά βιβλία


Φτάνουν ολοκαίνουρια
Μυρίζουν χλώριο και κόλλα
Θα στριμωχτούν μετά σε τσάντες
Ανάμεσα σε κινητά και κασετίνες
Μπουκαλάκια νερού
Και μισοφαγωμένες τυρόπιτες
Θα ρυτιδιάσουν τα εξώφυλλα
Και θα σκιστούν
Λαδιές και μουτζούρες
Θα επιβεβαιώνουν την κακή σχέση
Στο τέλος θα περάσουν
Όπως όλα
Στην ανακύκλωση του χρόνου

Κείνες τις σελίδες σκέφτομαι
Λίγο μετά τη μέση
Που δεν θα διαβαστούν ποτέ
Την ύλη που δεν τέλειωσε
Κείνες τις σελίδες σκέφτομαι
Που περικλείουν τα σημαντικότερα
Και τι συγκυρία
Τα σπουδαιότερα πράγματα
Να γράφονται πάντα
Στο τέλος


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Αμφίπολη


Αμφιλαφής
Προέκυψε
Σε τόσο άδειο χώρο
Όταν πονούν
Οι ζωντανοί
Συνομιλούν με τάφους
Βαρύ το ανακάλημα
Μα δεν υπάρχει όρκος
Κι η Αρετή βολεύτηκε
Βρήκε δουλειά στα ξένα
Κάτοπτρα μοιάζουν οι νεκροί
Μ’ ελπίδα αν ανασπώνται
Δεν έχουν σύννεφο άλογο
Ούτ’ άστρο χαλινάρι
Και δεν μυρίζουν λιβανιές
Μονάχα διαψεύσεις


Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Τέχνη


Τέχνη είναι
ο μακρύς μονόλογος
η δήθεν συζήτηση
με τους ήσκιους σου
όταν φοβάσαι
Τέχνη είναι όταν ανοίγεις
κοίτες για να διοχετεύσεις
τους χειμάρρους που ξεχείλισαν
μέσα σου
Μετά να θάβεις τους πνιγμένους
εαυτούς σου
και να μοιράζεις
στα ορφανά αισθήματα
χαρταετούς
για να μην ξεχάσουν πως
υπάρχει ουρανός
Τέχνη είναι
ν' αποζητάς την αγάπη
κι όταν τη βρίσκεις
να γίνεσαι απ' την αρχή
βρέφος στην αγκαλιά της
για να θηλάσεις
τη μυρωδια του τριαντάφυλλου
το χρώμα της άνοιξης
και το χάδι του ανέμου
απ' το επερχόμενο καλοκαίρι
Τέχνη είναι να κοιτάς
το χθες
όπως ο οδοιπόρος
το δρόμο που τον έφερε
Να αγαπάς το αύριο
γιατί δεν υπάρχει
και να πίνεις το σήμερα
όπως οι ηλικιωμένοι
τον απογευματινό
καφέ τους
Τέχνη είναι να ζεις
Να λαχταράς την ανάσα
όπως το παιδί τα δώρα
κάτω από το
Χριστουγεννιάτικο δέντρο
Τέχνη είναι να ζεις

Μα ποιος στ' αλήθεια
μπόρεσε
την τέχνη
να ορίσει;

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Αποχωρισμοί

Φύγατε
χωρίς μία υπόσχεση 
πως θα ξαναβρεθούμε

Κάθομαι τώρα στην αυλή
με έναν άνεμο σουγιά
να με παιδεύει
και μία άνοιξη παιδί
που βάφει κόκκινα τα γκρι
και σας γυρεύει

Αναζητώ
μνήμες επάνω στις παρειές
απ' τα φιλιά σας

Κι ακούγεται από μακριά
του γκιώνη η στριγκή φωνή
θλιμμένη
Κι ένα σκυλί που αλυχτά
στα δυο μου σκίζει την ψυχή
την πικραμένη

Αλέξανδρος Βαναργιώτη